Μάνος Σιφονιός: Γιατί η Ν.∆. διατηρεί ακόµη ισχυρό προβάδισµα;

H Νέα ∆ηµοκρατία µπορεί να µην ενθουσιάζει και αρκετός κόσµος µπορεί να µην... τη συµπαθεί ως κυβέρνηση, αλλά µοιάζει η µόνη «ασφαλής» επιλογή, όσο δεν υπάρχει πειστική, συνεκτική και ώριµη εναλλακτική δύναµη εξουσία
17:27 - 9 Φεβρουαρίου 2026

∆εν είναι σοφία να πούµε ότι η Ν.∆. παραµένει δηµοσκοπικά µε ισχυρό προβάδισµα, όχι λόγω της «λάµψης» της, αλλά από το κενό ανταγωνισµού. Ειδικότερα, όταν -σύµφωνα µε τις δηµοσκοπήσειςπάνω από το 50%-60% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι δεν εµπιστεύονται κανένα κόµµα και η αξιωµατική αντιπολίτευση δεν έχει πείσει ότι µπορεί να κυβερνήσει (ούτε µε µία ψήφο διαφορά!), η Ν.∆. επωφελείται από την απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής σε κόµµα ή ηγέτη. Αθροίζω και την παράµετρο του ηγέτη, καθώς, παρά τη φθορά, ο πρωθυπουργός διατηρεί ένα κρίσιµο προφίλ, ως ικανότερος να κυβερνήσει -σε σχέση µε αντιπάλους του- και διατηρεί ή/ και αναβαθµίζει µια εικόνα αξιοπιστίας στη διεθνή σκηνή, που του δίνει «πόντους».

Η έλλειψη ρεαλιστικής εναλλακτικής, που να συγκεντρώνει την πλειοψηφία της όποιας λαϊκής αγανάκτησης ή δυσφορίας, είναι η απάντηση και σε όσους απορούν γιατί, ενώ η δυσαρέσκεια για µια σειρά από θέµατα -µε κυρίαρχο την ακρίβεια- είναι τεράστια και η εµπιστοσύνη στην κυβέρνηση είναι µάλλον χαµηλή, η Νέα ∆ηµοκρατία παραµένει κυρίαρχη. Πολύ απλά, η δυσαρέσκεια δεν κατευθύνεται σε έναν πολιτικό φορέα, αλλά εκφράζεται κατακερµατισµένη και διάσπαρτη σε πολλά µικρά κόµµατα, ή έχει ενσωµατωθεί σε αναποφάσιστους και σε αποφασισµένους (τουλάχιστον σήµερα) να απόσχουν από τις εκλογές. Ολα αυτά τυπικά «προστατεύουν» το πρώτο κόµµα.

Φυσικά, όλα τα ανωτέρω σχετίζονται και µε την επικοινωνιακή αποτελεσµατικότητα της κυβέρνησης. ∆εν γράφω «κυριαρχία», καθώς αρκεί µια βόλτα στα κοινωνικά δίκτυα για να δούµε τι γράφεται και υπάρχει και µερίδα ισχυρών ΜΜΕ η οποία δεν διάκειται θετικά απέναντι στην κυβέρνηση. Οµως η Νέα
∆ηµοκρατία έχει καταφέρει να επιβάλει την ατζέντα (το τι δηλαδή συζητείται, µε τελευταίο παράδειγµα την αναθεώρηση του Συντάγµατος) και φαίνεται να
ελέγχει καλύτερα τον ρυθµό των ειδήσεων, µετατοπίζοντας αρκετές φορές τη συζήτηση που δεν την εξυπηρετεί. Στο ίδιο πλαίσιο έχει δείξει επικοινωνιακά αντανακλαστικά και µπορεί και απορροφά σηµαντικές κρίσεις, ενώ αξιοποιεί στο έπακρο τη «θεσµική» προβολή, όπως π.χ. προσφάτως µε την εκλογή
του Ελληνα υπουργού Οικονοµικών στη θέση του προέδρου του Eurogroup.

Στα επικοινωνιακά ατού εντάσσεται και το µακρο-αφήγηµα επιτυχίας στα οικονοµικά, το οποίο φέρνει καρπούς, έστω κι αν ο κόσµος δυσκολεύεται λόγω
ακρίβειας. Το αφήγηµα είναι πειστικό, καθώς το ΑΕΠ ανεβαίνει, οι επενδύσεις υφίστανται, οι οίκοι αξιολόγησης δίνουν αναβαθµίσεις και το ετήσιο… «προσκύνηµα» στα έσοδα του τουρισµού µέχρι τώρα γίνεται αντιληπτό.

Σε κάθε περίπτωση, κυβερνήσεις που µπορούν να πουν «η οικονοµία βελτιώνεται» έχουν δοµικό πλεονέκτηµα. Αν θέλαµε να βρούµε απαντήσεις και στα δηµογραφικά δεδοµένα, η Ν.∆. κυριαρχεί στις ηλικίες 55+ που αποτελούν τους πιο συνεπείς ψηφοφόρους σε εκλογές. Επίσης παραµένει ψηλά και σε ελεύθερους επαγγελµατίες και γενικώς στην περιφέρεια, αν και οι πρόσφατες αντιδράσεις του αγροτικού κόσµου δεν γνωρίζουµε πόσο θα επηρεάσουν µεσοπρόθεσµα τα δηµοσκοπικά αποτελέσµατα. Οσο για τους όποιους δυσαρεστηµένους, π.χ. νέοι και άλλοι, το ότι παραδοσιακά επιλέγουν τον δρόµο της αποχής, όντες αδιάφοροι ή απογοητευµένοι, συνιστά ακόµα µια παράµετρο υπέρ της Ν.∆. Αν αυτό αλλάξει µε την επίσηµη εµφάνιση των νέων κοµµάτων, µένει να φανεί.

Επιπροσθέτως -και όσον αφορά το ιδεολογικό πεδίο- το κεντρώο προφίλ λειτουργεί, αφού η Ν.∆. καταφέρνει µέχρι σήµερα να κρατά τη βάση της ∆εξιάς (οι
κινήσεις δεξιά της Ν.∆. µάλλον θα είναι πρόβληµα µόνο στις πρώτες εκλογές), µιλώντας ταυτόχρονα στο ανέκαθεν πλειοψηφικό ρεύµα του Κέντρου επενδύοντας και στο ευρωπαϊκό της προφίλ.

Αν η απάντηση στην απουσία εναλλακτικής -η οποία, πέρα από την πολιτική ουσία, το πειστικό σχέδιο και το όνοµα του ηγέτη θα συγκέντρωνε τη δυσαρέσκεια, την αγανάκτηση, την απογοήτευση, τον θυµό, τη δυσφορία, την πικρία, την γκρίνια, την οργή, ίσως και άλλα συνώνυµα, αλλά όχι ταυτόσηµα- είναι η… «Ιθάκη», εκτιµώ πως είναι πολύ νωρίς για να το πούµε και τα εξελισσόµενα δηµοσκοπικά δείγµατα δεν είναι θετικά.

Πάντως, ακόµα και η πανσπερµία των αρνητικών συναισθηµάτων δεν είναι εύκολο να συγχρονιστεί και να στοιχηθεί, ακόµα και αν το κοινό διακύβευµα είναι «να φύγει ο Μητσοτάκης». Και αυτό είναι ακόµα πιο δύσκολο να συµβεί µε νεότευκτες εισαγωγές στο πολιτικό σκηνικό που επενδύουν µεν πλήρως στο συναίσθηµα, επιδεικνύουν όµως από αφέλεια έως και «χοντράδες» και βαθύ έλλειµµα γνώσης και αντίληψης του πολιτικού περιβάλλοντος, προσδιορίζοντας εκλογικό «ταβάνι» και ας λένε κάποιοι για ανατροπή του πολιτικού σκηνικού.

Καταληκτικά, η Νέα ∆ηµοκρατία µπορεί να µην ενθουσιάζει και αρκετός κόσµος µπορεί να µην… τη συµπαθεί ως κυβέρνηση, αλλά µοιάζει η µόνη «ασφαλής»
επιλογή, όσο δεν υπάρχει πειστική, συνεκτική και ώριµη εναλλακτική δύναµη εξουσίας. Αυτό, σε κοινοβουλευτικά συστήµατα είναι καθοριστικό και συχνά πιο ισχυρό από τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση και είναι ο λόγος που µπαίνοντας σε προεκλογική χρονιά βλέπουµε τη Ν.∆. να «τσιµπάει» στις δηµοσκοπήσεις, µε νωπές τις εικόνες των αποκλεισµένων δρόµων από τους αγρότες.

Κυριακάτικη Απογευματινή-* Επικοινωνιολόγος – συγγραφέας