Mε νέο Σύνταγµα στη νέα εποχή

Με πρωτοβουλία Μητσοτάκη ανοίγει ο δηµόσιος διάλογος για δοµικές µεταρρυθµίσεις, αναγκαίες για το πολιτειακό περιβάλλον της Ελλάδας 2030-2050 – Τα κύρια σηµεία των θεσµικών αλλαγών
08:03 - 11 Φεβρουαρίου 2026
Mε νέο Σύνταγµα στη νέα εποχή

Την αυλαία της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση σήκωσε ο πρωθυπουργός, επιδιώκοντας να μεταφέρει την πολιτική μπάλα στο θεσμικό γήπεδο, με την πρωτοβουλία του να καθορίζει την πολιτική ατζέντα για το επόμενο διάστημα, θέτοντας το πολιτικό πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης, αλλά και τις βάσεις της επόμενης ημέρας, ως διακύβευμα των επόμενων εθνικών εκλογών.

Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να ανοίξει τον διάλογο για την αναθεώρηση του Συντάγματος επανατοποθετεί την πολιτική συζήτηση σε ένα θεσμικό σκηνικό, συνδέοντας το κυβερνητικό αφήγημα της σταθερότητας με τις συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας που διαμορφώνονται, επιχειρώντας μέσα από τον επανακαθορισμό να απευθυνθεί και σε νέους ψηφοφόρους. Αλλωστε, στο επίκεντρο της συζήτησης αναμένεται να τεθούν αλλαγές στο άρθρο 86 για την άρση ασυλίας των υπουργών, η ίδρυση μη κρατικών μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων, η καθιέρωση μιας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και η πιο ουσιαστική συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, με τη στόχευση του πρωθυπουργού μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία να είναι διττή: Αφ’ ενός η ενίσχυση του μεταρρυθμιστικού και εκσυγχρονιστικού προφίλ του ίδιου του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του, μέσα σε ένα περιβάλλον που η κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει το αποτέλεσμα της «μεταρρυθμιστικής κόπωσης» που παρατηρείται σε κυβερνήσεις δεύτερης θητείας, και αφ’ ετέρου μέσα από τον διάλογο που θα εκκινήσει επισήμως τον Απρίλιο αναπόφευκτα θα καθοριστούν τα όρια της συναίνεσης με τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, που θα κληθούν να διατυπώσουν καθαρές θέσεις επί των προαναφερθέντων ζητημάτων.

Πάνω από 60 άρθρα από τα 120 του Συντάγματος θα τεθούν στη συζήτηση. Το πρώτο βήμα έγινε με επιστολή του Κυριάκου Μητσοτάκη -με την ιδιότητα του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας- στους βουλευτές του, προκειμένου να στείλουν μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου τις δικές τους προτάσεις, προκειμένου να συνδιαμορφώσουν την τελική πρόταση της Ν.Δ. και να ακολουθήσει η διαβούλευση με τα υπόλοιπα κόμματα. Σύμφωνα με πληροφορίες, εισηγητής από την πλευρά της κυβερνητικής παράταξης θα είναι ο πρώην υπουργός Ευριπίδης Στυλιανίδης, ενώ «αρχιτέκτονας» στο εγχείρημα θεωρείται ο υπουργός Εξωτερικών και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Γιώργος Γεραπετρίτης.

Η πρόταση

Στην πρόταση της Νέας Δημοκρατίας θα περιλαμβάνονται αλλαγές στο άρθρο 16, το οποίο προβλέπει ότι «H Ανώτατη Εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση», με την κυβερνητική παράταξη να κάνει λόγο για την «άρση του αναχρονιστικού μονοπωλίου στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση με την ίδρυση και μη κρατικών Πανεπιστημίων», μια διαχρονική θέση της Ν.Δ. Ακόμη, στο άρθρο 30 η πλειοψηφία θα προτείνει η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας να είναι εξαετής και να μην μπορεί να ανανεωθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του θεσμού και να αποσυνδεθεί από κομματικές σκοπιμότητες.

Στην εισήγηση της πλειοψηφίας θα περιλαμβάνονται αλλαγές στο άρθρο 79 του Συντάγματος, που προβλέπει ότι «η Boυλή, κατά την τακτική ετήσια σύνoδό της, ψηφίζει τoν Πρoϋπoλoγισμό των εσόδων και εξόδων τoυ κράτoυς για τo επόμενo έτoς». Στο συγκεκριμένο άρθρο θα προστεθεί εδάφιο που θα προβλέπει ισοσκελισμένο Προϋπολογισμό, με την κυβέρνηση να έχει εξαγγείλει ότι η συνταγματική Αναθεώρηση θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση, αλλά και την «ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μη διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού», όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός.

Αναφορικά με το άρθρο 86, που προβλέπει ότι μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτιμάται ότι η εισήγηση της Ν.Δ. θα προσανατολιστεί σε προσθήκες με στόχο τον περιορισμό της Βουλής, δίνοντας περισσότερο χώρο στη Δικαιοσύνη. Επιπλέον, η αλλαγή στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει κατά καιρούς τον δημόσιο διάλογο, με τον πρωθυπουργό να κάνει λόγο για πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, μία πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, εν όψει της συζήτησης για το άρθρο 90 του Συντάγματος. Τέλος, η συζήτηση για τη μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων και η σύνδεσή της με την αξιολόγηση αναμένεται να αποτελέσει σημείο «τριβής» στον δημόσιο διάλογο, με τη Νέα Δημοκρατία να προσανατολίζεται σε μια λογική αξιολόγησης της αποδοτικότητας, της συνέπειας και όχι απαραιτήτως για να φτάσει στην απόλυση.

Από το 2024

Την κυβερνητική πρόθεση για τη γενναία συνταγματική Αναθεώρηση υπενθυμίζεται πως είχε προαναγγείλει ήδη από το 2024 ο Κ. Μητσοτάκης, απαντώντας σε ερώτηση της «Κυριακάτικης Απογευματινής» στο πλαίσιο της 88ης ΔΕΘ: «Οραματίζομαι μια πιο ευρεία συνταγματική Αναθεώρηση και προφανώς έχουμε υποχρέωση από το ίδιο το Σύνταγμα να διερευνήσουμε τη δυνατότητα ευρύτερων συναινέσεων και μακάρι, σε αυτή τη συζήτηση τουλάχιστον, η αντιπολίτευση, όταν καταφέρει να βρει τον δρόμο της, να μπορέσει να προσέλθει με ένα πνεύμα δημιουργικό, όπως είχε γίνει ορισμένες φορές στο παρελθόν», είχε τονίσει τότε ο πρωθυπουργός.

∆ηµόσιο και αξιολόγηση

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΗΦΗΣ ΠΛΥΜΑΚΗΣ*

Η πρόσφατη εξαγγελία του πρωθυπουργού για τη συνταγµατική κατοχύρωση της αξιολόγησης των δηµόσιων υπαλλήλων, αν και είναι πολύ σηµαντική από την πλευρά της πολιτικής αναγνώρισης της σηµασίας της αξιολόγησης στο ανώτερο πολιτικό επίπεδο, αυτό του πρωθυπουργού και της πρότασής του για τη ρητή αναφορά της στο Σύνταγµα της χώρας, στον θεµέλιο λίθο της δηµοκρατίας µας, εντούτοις δεν επιλύει και δεν θα επιλύσει τα προβλήµατα που αντιµετωπίζει η εφαρµογή της αξιολόγησης στο ελληνικό διοικητικό σύστηµα. Αντίθετα, η επίκληση της υποχρέωσης εφαρµογής της αξιολόγησης, λόγω της πρόβλεψής της στο Σύνταγµα, µπορεί να επιφέρει περαιτέρω αρνητικά αποτελέσµατα, καθώς θα αποπροσανατολίσει τον νοµοθέτη, τον διοικητικό µηχανισµό και τους πολίτες από τις γενεσιουργές αιτίες της αναποτελεσµατικότητας της αξιολόγησης, που δεν είναι άλλες από την ποιότητα σχεδιασµού της νοµοθεσίας, την εικόνα της αξιολόγησης στο δηµοσιοϋπαλληλικό σώµα και την κοινωνία, τη συµµετοχή των στελεχών στην αξιολόγηση και κυρίως την ξεκάθαρη και ενεργή πολιτική βούληση για την επίλυση των προβληµάτων που προκύπτουν κατά την υλοποίηση της αξιολόγησης, στους εκατοντάδες και διαφορετικής επιχειρησιακής ικανότητας φορείς του διοικητικού συστήµατος. Επιπρόσθετα δε, ο διαχωρισµός –για ακόµα µία φορά– της αξιολόγησης των δηµόσιων υπαλλήλων, έστω και σε επίπεδο πολιτικής εξαγγελίας, από τη συνολική και ολιστική αξιολόγηση της λειτουργίας των δηµόσιων οργανισµών, που αποτελεί και το ζητούµενο στα σύγχρονα διοικητικά συστήµατα, περιορίζει τον σκοπό και τη συµβολή της αξιολόγησης στην ολοκληρωµένη µεταρρύθµιση του δηµόσιου τοµέα στην Ελλάδα. Η εφαρµογή της αξιολόγησης στην ελληνική δηµόσια διοίκηση µόνο θεσµικής βάσης δεν στερείται, καθώς την τελευταία εικοσαετία πλήθος νοµοθετικών πρωτοβουλιών από διαφορετικές κυβερνήσεις επιχείρησαν να επιλύσουν το πρόβληµα ανεπιτυχώς. Τα δε ζητήµατα ποινών και απόλυσης των δηµόσιων υπαλλήλων, άµεσα συνυφασµένα µε την αξιολόγηση ή ορθότερα µε τον φόβο της αξιολόγησης, είναι πλήρως ρυθµισµένα στον δηµοσιοϋπαλληλικό κώδικα.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η εφαρµογή της αξιολόγησης στην ελληνική δηµόσια διοίκηση µόνο θεσµικής βάσης δεν στερείται, την οποία θα την έδινε η συνταγµατική της κατοχύρωση. Εάν δε στο πλαίσιο της αξιολόγησης συνυπολογίσουµε τα άνω των 135.000.000 ευρώ που έχουν δοθεί από τους πόρους των προγραµµάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα τελευταία 20 χρόνια (ΕΣΠΑ, Ταµείο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας) και τους εκατοντάδες, για την ακρίβεια χιλιάδες δηµόσιους λειτουργούς που έχει καταρτίσει µε επιτυχία το Εθνικό Κέντρο ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης και Αυτοδιοίκησης σε θέµατα αξιολόγησης, τότε γίνεται περαιτέρω κατανοητό ότι η λύση στον γρίφο της αξιολόγησης και ευρύτερα της αποτελεσµατικότητας του δηµόσιου τοµέα στην Ελλάδα, που εξαρτάται και από την αξιολόγηση, δεν θα πρέπει να επιζητείται στο Σύνταγµα και τη θεσµική αναγνώριση, αλλά στην επίλυση των χρόνιων διοικητικών και κυρίως πολιτικών παθογενειών που την υποβαθµίζουν. Αντί να αναζητείται η αντιµετώπιση των προβληµάτων εφαρµογής της αξιολόγησης στη συνταγµατική της κατοχύρωση θα πρέπει να επιζητείται το ακριβώς αντίθετο: οι στόχοι του Συντάγµατος για την προστασία του κοινωνικού συνόλου και την επίτευξη της κοινωνικής ευηµερίας και της οικονοµικής ανάπτυξης να επιτυγχάνονται µέσα από την ολοκληρωµένη, διαρκή και ενιαία αξιολόγηση του νοµοθετικού πλαισίου, των δοµών, των στελεχών και των υπηρεσιών του διοικητικού συστήµατος. Χρειάζεται µία ολοκληρωµένη στρατηγική για την αξιολόγηση, στην οποία τα προβλήµατα της πολιτικής θα αντιµετωπιστούν µέσα από συµµετοχή των στελεχών και τη συνεργασία τους µε την πολιτική ηγεσία και την ανάληψη του πολιτικού κόστους προώθησης της µεταρρύθµισης και όχι την επικοινωνιακή συνταγµατική κατοχύρωση του θεσµού.

*Αναπληρωτής καθηγητής ∆ηµόσιων Πολιτικών, Τµήµα Πολιτικής Επιστήµης και ∆ιεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήµιο Πελοποννήσου

Τι προβλέπει η διαδικασία

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΛΚΗΣ Ν. ΔΕΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ*

Η εξαγγελία του πρωθυπουργού για την επιδιωκόµενη αναθεώρηση του Συντάγµατος έχει πολύσηµο χαρακτήρα. Αφ’ ενός θέτει στον δηµόσιο διάλογο το σχετικό ζήτηµα και, αφ’ ετέρου, διευρύνει ατύπως τον χρόνο ενασχόλησης µε αυτό. Υπενθυµίζω ότι η αναθεώρηση του Συντάγµατος εκκινεί µετά τη συµπλήρωση πενταετίας από την ολοκλήρωση της προηγούµενης διαδικασίας. Επίσης, αναγκαία είναι η υπενθύµιση ότι η σχετική προς την αναθεωρητική διαδικασία διάταξη του άρθρου 110 Συντ. προβλέπει τη διενέργειά της σε δύο φάσεις, καθεµία εκ των οποίων διενεργείται σε ξεχωριστή Βουλή. Η πρώτη εξ αυτών -η προτείνουσα Βουλή- αποφασίζει, σε δύο ψηφοφορίες, ποια άρθρα προτείνονται προς αναθεώρηση. Η επόµενη Βουλή, οψέποτε διενεργηθούν εκλογές, είναι η κατά κυριολεξία αναθεωρητική, η οποία αποφασίζει για το οριστικό περιεχόµενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων.

Επίσης, το άρθρο 110 Συντ. προβλέπει όχι «προστατευµένες ρήτρες», αλλά σειρά διατάξεων οι οποίες δεν αναθεωρούνται, ως περιέχουσες την πεµπτουσία του πολιτειακού και πολιτικού συστήµατος της Γ’ Ελληνικής ∆ηµοκρατίας. Πρόκειται για την αξία του ανθρώπου (2 παρ. 1), την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την προσωπική ασφάλεια (5 παρ. 1, 3), την αρχή της ισότητας (4 παρ. 1), το πολιτικό δικαίωµα πρόσβασης των Ελλήνων στη δηµόσια διοίκηση και στις δηµόσιες και κρατικές λειτουργίες (4 παρ. 4), την απαγόρευση των τίτλων ευγενείας (4 παρ. 7), την απεριόριστη προστασία της θρησκευτικής συνείδησης (13 παρ. 1), καθώς και την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26).

Περαιτέρω, δεν αναθεωρούνται διατάξεις σχετικές µε τη βάση και τη µορφή του πολιτεύµατος. Αυτό σηµαίνει, αφ’ ενός, ότι η λαϊκή κυριαρχία ως βάση του πολιτεύµατος δεν αναιρείται και, αφ’ ετέρου, ότι προστατεύεται ο αντιπροσωπευτικός, κοινοβουλευτικός, αβασίλευτος και δηµοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύµατος. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η αναθεώρηση του Συντάγµατος αποβλέπει στη συµπλήρωση των ρυθµίσεών του µε τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στη νέα πραγµατικότητα που εν τω µεταξύ διαµορφώνεται. Συγχρόνως, αποσκοπεί να ενισχύσει τη συνταγµατική ορθοπραξία εκ µέρους όχι µόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά και του συνόλου των κρατικών λειτουργών, των δηµόσιων λειτουργών, καθώς και των δηµόσιων υπαλλήλων. Αυτό, µεταξύ άλλων, σηµαίνει τη θεσµική ενίσχυση των αντίστοιχων ελεγκτικών µηχανισµών.

*Καθηγητής Συνταγµατικού ∆ικαίου στη Νοµική Σχολή του ∆ΠΘ

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»