Στο Λευκό Παλάτι της Άγκυρας είναι στραμμένο το βλέμμα Αθήνας και Άγκυρας για τη σημερινή συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πρόκειται για ένα τετ-α-τετ υψηλής πολιτικής βαρύτητας, το οποίο θα κρίνει εάν η περίοδος σχετικής αποκλιμάκωσης θα αποκτήσει διάρκεια ή εάν οι πάγιες διαφορές θα επανέλθουν δυναμικά στο προσκήνιο.
Η επίσημη τελετή υποδοχής έχει προγραμματιστεί για τις 15:15 (ώρα Ελλάδος), κεκλεισμένων των θυρών, ενώ θα ακολουθήσει κατ’ ιδίαν συνάντηση περίπου δύο ωρών. Παράλληλα συνεδριάζει το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ), με τις δηλώσεις να τοποθετούνται χρονικά γύρω στις 17:00. Το γεγονός ότι μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είχε οριστικοποιηθεί πλήρως το πρόγραμμα, αλλά και ο αποκλεισμός των ΜΜΕ από την τελετή άφιξης, προσδίδουν στη συνάντηση χαρακτήρα αυξημένης πολιτικής ευαισθησίας.
Το αφήγημα της «νέας τροπής»
Ο τουρκικός Τύπος προσεγγίζει την επίσκεψη με θετικό πρόσημο, κάνοντας λόγο για «νέα τροπή» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δημοσιεύματα της Daily Sabah και της Hurriyet αναδεικνύουν τη βούληση για ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, ο τουρισμός, ο πολιτισμός και η μετανάστευση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο οποίος μίλησε για πρόθεση και ικανότητα επίλυσης διαφορών, καθώς και του εκπροσώπου του AKP Ομέρ Τσελίκ, που χαρακτήρισε την επίσκεψη «πολύτιμη πλατφόρμα» για την αποκατάσταση και προώθηση των διμερών δεσμών.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αναδείξει τη συνάντηση ως μέρος μιας θετικής ατζέντας, βασισμένης – κατά την τουρκική ρητορική – στις αρχές της καλής γειτονίας και του Διεθνούς Δικαίου.
Παρά το θετικό κλίμα που επιχειρεί να καλλιεργηθεί, η ελληνική πλευρά κρατά χαμηλές προσδοκίες. Στο τραπέζι παραμένουν οι δομικές διαφορές, ακόμη κι αν δεν εντάσσονται επισήμως στην ατζέντα.
Το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών δεν περιλαμβάνεται τυπικά στις συνομιλίες, ωστόσο η Αθήνα έχει ξεκαθαρίσει πως, εφόσον τεθεί, θα συζητηθεί. Στόχος της ελληνικής αποστολής είναι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και η εμπέδωση μιας λειτουργικής σχέσης, σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας.
Η στρατηγική επιλογή είναι η συνέχιση της διαδικασίας επαναπροσέγγισης που ξεκίνησε το 2023, με σταθμούς το Βίλνιους, τη Νέα Υόρκη και τη Διακήρυξη των Αθηνών τον Δεκέμβριο εκείνου του έτους.
Οι «κόκκινες γραμμές» και το casus belli
Ωστόσο, πίσω από τη θετική ρητορική, οι κόκκινες γραμμές παραμένουν σαφείς.
Η Τουρκία αναμένεται να επαναφέρει το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, με το casus belli να εξακολουθεί να υφίσταται ως θεσμοθετημένη απειλή σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Η ύπαρξη αυτής της απειλής αποτελεί διαρκή παράγοντα πίεσης και βαραίνει το κλίμα των συνομιλιών.
Στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, η Άγκυρα εκφράζει δυσφορία για τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ενώ παραμένει ενεργό το ζήτημα της συμμετοχής της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα, όπως το πρόγραμμα SAFE.
Κεντρικό ζήτημα παραμένει το Κυπριακό, ιδίως σε μια περίοδο όπου βρίσκονται σε εξέλιξη διεργασίες υπό τον ΟΗΕ. Η πρώτη συνάντηση του Τουρκοκύπριου ηγέτη Τουφάν Ερχούρμαν με τον Γενικό Γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρες προσθέτει επιπλέον βαρύτητα στη συγκυρία.
Δεν είναι τυχαίο ότι πριν τη συνάντηση στην Άγκυρα προηγήθηκαν επαφές του πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, καθώς και του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Κύπριο ομόλογό του Κωνσταντίνο Κόμπο. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει πλήρη συντονισμό Αθήνας – Λευκωσίας, ώστε να μην υπάρξουν αιφνιδιασμοί.
Η σημερινή συνάντηση είναι η πρώτη από τον Σεπτέμβριο του 2024 και αποτελεί δοκιμασία για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί η κανονικότητα στον διάλογο, παρά τις πρόσφατες εντάσεις με την έκδοση Navtex.
Ρεαλιστικά, δεν αναμένονται άμεσες λύσεις στις μεγάλες διαφορές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Το ζητούμενο είναι εάν θα εδραιωθεί ένα σταθερό πλαίσιο επικοινωνίας που θα αποτρέπει κρίσεις ή εάν η θετική ατζέντα θα αποδειχθεί εύθραυστη μπροστά στις πάγιες στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
Το τετ-α-τετ στο Λευκό Παλάτι δεν θα λύσει τα χρόνια προβλήματα. Θα δείξει, όμως, εάν Αθήνα και Άγκυρα μπορούν να συνυπάρξουν σε μια περίοδο ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης ή εάν οι γεωπολιτικές αντιθέσεις θα επανέλθουν στο προσκήνιο με μεγαλύτερη ένταση.







