Σε προνομιακό πεδίο για την κυβέρνηση εξελίσσονται τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, από την αχίλλειο πτέρνα που συνιστούσαν μέχρι πρότινος εξαιτίας και μιας κάποιας υποτονικής στάσης έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την τελευταία μέτρηση της GPO που δείχνει ότι η εξωτερική πολιτική αποτιμάται θετικά από το 38,9% των πολιτών, ποσοστό που καταγράφεται ως ο υψηλότερος δείκτης των επιμέρους κυβερνητικών πολιτικών.
Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ρευστότητα που καταγράφεται στο διεθνές περιβάλλον το οποίο όσο πάει γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη, έρχεται να ενισχύσει την κυβερνητική ρητορική περί της ανάγκης πολιτικής σταθερότητας στο εσωτερικό και κυρίως, να αποδυναμώσει την κριτική που δέχεται το Μέγαρο Μαξίμου για χειρισμούς στα εθνικά. Την ώρα δε, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης -σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση- συνεχίζει σε ποσοστό 31,2%, και σε μεγάλη απόσταση από τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς, να θεωρείται ως ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτήν τη στιγμή της χώρας στα διεθνή φόρα.
Η κυβέρνηση είναι αλήθεια πως κινήθηκε προσεκτικά στα ελληνοτουρκικά, αποφεύγοντας να απαντήσει στους ίδιους υψηλούς τόνους της άλλης πλευράς και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια τμήματος της εκλογικής βάσης της ΝΔ, αλλά και γενικότερα ενός κόσμου που δυσφορούσε ακούγοντας τον Ερντογάν να λέει «θα έρθουμε ένα βράδυ ξαφνικά» και την Αθήνα να απαντά σε χαμηλούς τόνους. Αυτή η εικόνα, ωστόσο, σταδιακά αλλάζει μετά τις ανακοινώσεις του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, των Θαλασσίων Πάρκων και κυρίως, των ενεργειακών συμφωνιών με αμερικανικούς κολοσσούς, με τις οποίες ακυρώνεται στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Δίνοντας εντέλει στην κυβέρνηση το έναυσμα να σημάνει γενική αντεπίθεση με πρόσημο τον «υπεύθυνο πατριωτισμό», απαντώντας δυναμικά στις αιχμές περί υποχωρητικότητας που συχνά δέχεται από την πλευρά των Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά. Και παρά το γεγονός ότι οι δύο επιμένουν στην κριτική τους στα εθνικά, με τον Μεσσήνιο να κινείται σε σαφώς πολύ πιο υψηλούς τόνους, εντός της ΝΔ όμως δεν έχουν σιγήσει οι φωνές που ζητούν προσωπικά από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία ώστε να χτιστούν ξανά γέφυρες επικοινωνίας με τα δύο ιστορικά πρόσωπα της παράταξης.
Σε αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκαν οι δηλώσεις του Στέλιου Πέτσα στα parapolitika.gr. «Οι πρώην πρωθυπουργοί είναι υπεράνω κομμάτων και μπορούν να εκφράζουν την άποψή τους γιατί αυτό βοηθάει τη δημόσια συζήτηση. Το να έρθουν πιο κοντά οι δύο πρώην πρωθυπουργοί με τον πυρήνα της σημερινής ηγεσίας μόνο καλό έχει να μας κάνει. Επομένως, θα έλεγα όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, να λειανθούν αυτές οι γωνίες, όχι θεωρητικά, πρακτικά», σημείωσε ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος και βουλευτής Ανατολικής Αττικής.
Εφημερίδα Απογευματινή





