Η στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν κινείται, προς το παρόν, σε ένα πλαίσιο «ελεγχόμενης» κλιμάκωσης. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη υπάρχουν. Το ιρανικό καθεστώς επιδιώκει να αποδείξει ότι μπορεί να σύρει την περιοχή σε γενικευμένη σύρραξη, αξιοποιώντας πιέσεις και επιθέσεις σε γειτονικά κράτη. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ δύσκολα θα επιτρέψουν σε συμμάχους τους στον Κόλπο να εμπλακούν ενεργά, διότι μια περιφερειακή επέκταση θα υπονόμευε τον σχεδιασμό τους.
Οι στρατηγικοί στόχοι Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ δεν ταυτίζονται απολύτως. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί ότι, όσο υφίσταται το ιρανικό καθεστώς, η απειλή κατά του Ισραήλ παραμένει υπαρξιακή, λόγω της διακηρυγμένης εχθρότητας και του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αντιθέτως, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αρκεστεί σε μια συμφωνία που θα περιορίζει ουσιαστικά το πυρηνικό και το βαλλιστικό πρόγραμμα, ακόμη και χωρίς αλλαγή καθεστώτος. Η απόκλιση αυτή είναι κρίσιμη: αν οι στόχοι μείνουν περιορισμένοι η σύγκρουση μπορεί να είναι χρονικά οριοθετημένη, αν τεθεί ζήτημα ανατροπής το τοπίο περιπλέκεται δραματικά.
Η Τεχεράνη επιχειρεί, μέσω ρητορικής και συμβολικών ενεργειών, να ωθήσει τρίτες χώρες να πιέσουν τις ΗΠΑ για αποκλιμάκωση. Δεν πρέπει να υπερτιμάται η απειλή, αλλά απαιτείται επαγρύπνηση. Η ενεργοποίηση περιφερειακών πληρεξουσίων, όπως η Χεζμπολάχ ή οι αντάρτες Χούθι, είναι πιθανή κυρίως για λόγους συμβολισμού και περιορισμένων επιχειρησιακών παρεμβάσεων – ιδίως κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. Είναι «ιστορικό λάθος» της Τεχεράνης το γεγονός ότι οι επιθέσεις πλήττουν πλέον κυρίαρχα τα αραβικά κράτη, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια ριζική αναδιαμόρφωση των συμμαχιών στην περιοχή, καθώς χώρες που τηρούσαν ουδέτερη ή και φιλική στάση προς το Ιράν, πλέον συντονίζουν την αεράμυνά τους με τη Σαουδική Αραβία, μετατρεπόμενες σε ανοιχτούς αντιπάλους του καθεστώτος.
Το κρίσιμο γεωοικονομικό ερώτημα αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Ένα παρατεταμένο κλείσιμο θα προκαλούσε ενεργειακό σοκ, άνοδο ναύλων και ασφαλίστρων, πληθωριστικές πιέσεις και αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όμως πρόκειται για «όπλο δύο καννών»: θα έπληττε όχι μόνο τις αραβικές εξαγωγές αλλά και τα ίδια τα ιρανικά έσοδα, ενώ θα δυσαρεστούσε και την Κίνα, βασικό αποδέκτη ιρανικού πετρελαίου.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι πολυεπίπεδο. Η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, η ναυτιλία και η ενεργειακή ασφάλεια συνδέονται άμεσα με την εθνική οικονομία και την αρχιτεκτονική ασφάλειας. Οι αποτρεπτικές κινήσεις στην Κύπρο έχουν και ψυχολογική διάσταση, αλλά απαιτούν προσεκτική διαχείριση, ώστε να μη δημιουργηθούν παρερμηνείες ή πρόσθετες εντάσεις. Η σύγκρουση δεν θα λήξει άμεσα. Χερσαίες επιχειρήσεις από ΗΠΑ και Ισραήλ δεν διαφαίνονται, καθώς θα συνεπάγονταν τεράστιο πολιτικό και στρατηγικό κόστος. Το ερώτημα είναι αν θα παραμείνει χρονικά και γεωγραφικά περιορισμένη.
* Ο κ. Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο ΙΔΟΣ
Εφημερίδα Απογευματινή










