Με ένα εκτενές σκεπτικό 1.930 σελίδων, ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Νικόλαος Ασκιανάκης, αποδομεί συνολικά τους ισχυρισμούς των τεσσάρων καταδικασθέντων επιχειρηματιών στην υπόθεση των υποκλοπών μέσω του λογισμικού Predator, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για νέες ποινικές έρευνες.
Οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη καταδικαστεί σε 126 χρόνια φυλάκισης (εκτιτέα τα 8) για τρία πλημμελήματα, ενώ η απόφαση –η οποία καθαρογράφηκε σε χρόνο-ρεκόρ μικρότερο του ενός μήνα– διαβιβάζεται πλέον στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με στόχο τη διεύρυνση της έρευνας και την απόδοση ευθυνών σε νέα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Predator: Η διάσταση της κατασκοπείας
Στο επίκεντρο της απόφασης βρίσκεται η λειτουργία του λογισμικού Predator, το οποίο χαρακτηρίζεται ως ένα από τα πλέον εξελιγμένα «μισθοφορικά» κατασκοπευτικά εργαλεία διεθνώς. Το δικαστήριο επισημαίνει ότι τέτοιου τύπου λογισμικά χρησιμοποιούνται κυρίως από κρατικές υπηρεσίες, γεγονός που εντείνει τα ερωτήματα για τον τελικό αποδέκτη των υποκλαπέντων δεδομένων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο εύρος των πληροφοριών που μπορούσαν να αντληθούν, με το δικαστήριο να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας (έστω και σε επίπεδο απόπειρας), λόγω της πρόσβασης σε κρατικά απόρρητα και ευαίσθητες πληροφορίες.
Στο στόχαστρο πολιτικά και κρατικά πρόσωπα
Η απόφαση αναδεικνύει ότι μεταξύ των αποδεκτών των μολυσμένων μηνυμάτων βρίσκονταν πρόσωπα με καίριες θεσμικές θέσεις, όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο Νίκος Δένδιας και ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση περί σοβαρής απειλής για την εθνική ασφάλεια.
Το δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η στόχευση τέτοιων προσώπων καθιστά αναγκαία τη διεύρυνση της έρευνας και την επανεξέταση του νομικού χαρακτηρισμού των πράξεων.
Nέες ενδείξεις
Στο σκεπτικό γίνεται εκτενής αναφορά σε πρόσωπα-«κλειδιά», όπως ο Κωνσταντίνος Πετρίσης, για τον οποίο προκύπτουν ενδείξεις πιθανής εμπλοκής, καθώς και ο Αιμίλιος Κοσμίδης, του οποίου η τραπεζική κάρτα φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την αγορά υποδομών σχετικών με το Predator.
Το δικαστήριο εντοπίζει αντιφάσεις στις καταθέσεις και αναδεικνύει στοιχεία που ενισχύουν την υπόνοια συνέργειας στην αποστολή μολυσμένων SMS σε τουλάχιστον 25 στόχους.
Παράλληλα, αναφορά γίνεται και σε τεχνική αναβάθμιση υποδομών (servers, data capacity), που συνδέεται χρονικά με την έναρξη μαζικών αποστολών μολυσμένων μηνυμάτων, γεγονός που –κατά το δικαστήριο– καταδεικνύει οργανωμένο σχέδιο παρακολούθησης.
Διεθνείς διαστάσεις
Η απόφαση επεκτείνει το πεδίο της έρευνας και σε διεθνές επίπεδο, κατονομάζοντας πρόσωπα που φέρονται να είχαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και λειτουργία του Predator, όπως στελέχη εταιρειών που συνδέονται με την τεχνολογία παρακολούθησης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τεχνικοί, διευθυντικά στελέχη και άτομα με πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές, για τους οποίους ζητείται αξιολόγηση ποινικών ευθυνών.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη συμβολή της ερευνητικής δημοσιογραφίας, με το δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστες τις καταθέσεις δημοσιογράφων, καθώς και τα ευρήματα διεθνών οργανισμών όπως η Διεθνής Αμνηστία και το Citizen Lab.
Τα στοιχεία αυτά, όπως σημειώνεται, επιβεβαιώνονται από τεχνολογικούς και επιστημονικούς φορείς, ενισχύοντας τη συνολική αποδεικτική βάση.
Το επόμενο βήμα
Μετά την ολοκλήρωση της καθαρογραφής, η υπόθεση εισέρχεται σε νέα φάση, καθώς η δικογραφία διαβιβάζεται στην Εισαγγελία Αθηνών. Κρίσιμο παραμένει το εάν η έρευνα θα παραμείνει σε επίπεδο Πρωτοδικών ή θα αναβαθμιστεί προς τον Άρειο Πάγο.
Το βασικό συμπέρασμα της απόφασης είναι σαφές: η υπόθεση των υποκλοπών δεν κλείνει, αλλά αντιθέτως διευρύνεται, με σοβαρές προεκτάσεις για τη λειτουργία των θεσμών, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την εθνική ασφάλεια.











