Σημαντικές εξελίξεις και άνοιγμα νέου κύκλου ερευνών για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, μέσω Predator, με επίκεντρο πλέον και το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας, σηματοδοτεί η καθαρογραφή της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έκτασης 1.930 σελίδων, η οποία αναμένεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για τις εξελίξεις.
Στη δικαστική απόφαση αποτυπώνεται με λεπτομέρεια ένα πολυσύνθετο πλέγμα ενεργειών, προσώπων και τεχνολογικών εργαλείων που συνδέονται με τη λειτουργία του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Το σκεπτικό της απόφασης, που διαβιβάστηκε ήδη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, αποδομεί πλήρως τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και τεκμηριώνει με εκτενή αποδεικτικά στοιχεία τη δράση τους. Περιλαμβάνει αναλυτική καταγραφή των μηνυμάτων παγίδευσης, των χρονικών στιγμών αποστολής και των στόχων, ενώ παραθέτει χιλιάδες έγγραφα και δεκάδες μαρτυρικές καταθέσεις που φωτίζουν διαφορετικές πτυχές της υπόθεσης.
Παρακολουθήσεις
Κεντρικό στοιχείο της δικαστικής κρίσης αποτελεί η φύση του Predator ως ενός εξελιγμένου μισθοφορικού λογισμικού κατασκοπείας, το οποίο παρέχει πλήρη πρόσβαση στη συσκευή του στόχου. Μέσω παραπλανητικών συνδέσμων, οι χρήστες οδηγούνται στην εγκατάστασή του, επιτρέποντας στους χειριστές να αντλούν δεδομένα, να ενεργοποιούν μικρόφωνο και κάμερα και να παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο κάθε δραστηριότητα. Το δικαστήριο καταλήγει ότι η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς οργανωμένη υποδομή, τεχνογνωσία και συνεχή υποστήριξη.
Έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο οι κατηγορούμενοι φέρονται να παρείχαν ολοκληρωμένες υπηρεσίες παρακολούθησης σε κρατικούς ή άλλους πελάτες, δημιουργώντας ένα μοντέλο «one stop shop». Η εμπορική δραστηριότητα, σύμφωνα με το σκεπτικό, συνδυαζόταν με ενεργή συμμετοχή στη χρήση του λογισμικού εντός της ελληνικής επικράτειας, γεγονός που ενισχύει το βάρος των κατηγοριών.
Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται σοβαρές αδυναμίες στους ελέγχους που διενεργήθηκαν από αρμόδιες Αρχές, οι οποίοι χαρακτηρίζονται επιφανειακοί, μεταξύ αυτών και της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται η ανάγκη διερεύνησης πιθανών διασυνδέσεων με κρατικούς μηχανισμούς, καθώς προκύπτουν ενδείξεις για εμπλοκή προσώπων που συνδέονται με την ΕΥΠ, αλλά και για χρήση υποδομών κοντά σε υπηρεσίες ασφαλείας.
Ειδικότερα, το δικαστήριο κάνει ιδιαίτερη αναφορά στον ρόλο του Κωνσταντίνου Πετρίση, όνομα που προέκυψε πρώτη φορά στη διάρκεια της ενδελεχούς αποδεικτικής διαδικασίας από την εξέταση του Αιμίλιου Κοσμίδη, από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου φέρεται να εστάλη το μολυσμένο μήνυμα με αποδέκτη τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη.
Ο κ. Ασκιανάκης επισημαίνει ότι «μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η αναφορά του Κωνσταντίνου Πετρίση -όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από τον προαναφερόμενο μάρτυρα Αιμίλιο Κοσμίδη-, ο οποίος αφενός μεν απασχολούνταν στο κατάστημα Cosmote από το οποίο παραδόθηκε η ως άνω προπληρωμένη κάρτα, αφετέρου δε είχε παραδεχθεί στον ως άνω μάρτυρα ότι συνεργάζεται έναντι αμοιβής με την ΕΥΠ, σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα φορτίσθηκε μέσω ΑΤΜ υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή, κοντά δηλαδή στις κτιριακές υποδομές του ΚΕΤΥΑΚ (εντός του οποίου μάλιστα φέρεται να έχει εντοπιστεί στις 24-06-2022 το υπ’ αριθ. ΧΕΚ 1344 όχημα της εταιρείας Krikel – (βλέπε φωτογραφίες), συντρέχουν επαρκή στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν ευθύνη και συμμετοχική δράση αυτού αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις».
Πιθανή τέλεση
Καθοριστικής σημασίας είναι και η αναφορά στην πιθανή τέλεση του αδικήματος της κατασκοπείας. Το δικαστήριο συνδέει τη δυνατότητα μαζικής και απομακρυσμένης συλλογής δεδομένων με το προφίλ των στόχων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες. Η σύμπτωση νόμιμων και παράνομων παρακολουθήσεων ενισχύει περαιτέρω τα ερωτήματα για το εύρος της υπόθεσης.
Στη δικαστική απόφαση γίνεται αναφορά και στη στάση πολλών πιθανών στόχων, οι οποίοι δεν συνεργάστηκαν ενεργά με τις Αρχές, αποφεύγοντας να καταθέσουν ή να παραδώσουν τις συσκευές τους για έλεγχο. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση που ενσωματώνεται στην απόφαση, δυσχέρανε την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης.
Παράλληλα, το δικαστήριο αναγνωρίζει τον ρόλο της ερευνητικής δημοσιογραφίας στην αποκάλυψη κρίσιμων στοιχείων, επισημαίνοντας τη σημασία της προστασίας των πηγών ως βασικού πυλώνα της ελευθερίας του Τύπου. Οι δημοσιογράφοι που κατέθεσαν βασίστηκαν σε προσωπική έρευνα και άμεσες επαφές, χωρίς να αποκαλύπτουν τις πηγές τους.
Με τα νέα δεδομένα, η υπόθεση εισέρχεται σε νέα φάση, με διεύρυνση της έρευνας και πιθανή απόδοση ευθυνών σε περισσότερα πρόσωπα. Η Δικαιοσύνη καλείται πλέον να διερευνήσει σε βάθος όχι μόνο την εμπορία και χρήση του λογισμικού, αλλά και το ενδεχόμενο ευρύτερων δικτύων συνεργασίας που αγγίζουν τον πυρήνα της κρατικής ασφάλειας.
Εφημερίδα Απογευματινή











