Πολλές εκατοντάδες σελίδες που ρίχνουν φως στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου στην Ελλάδα ανοίχθηκαν χθες από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η οποία προχώρησε στον αποχαρακτηρισμό 123 εγγράφων που συντάχθηκαν κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας τής τότε ΚΥΠ, όταν το επίσημο καθεστώς της χώρας προσπαθούσε να αποσοβήσει αυτό που αποκαλούσε «κομμουνιστικό κίνδυνο». Τα έγγραφα καλύπτουν το διάστημα από το 1953, οπότε ιδρύθηκε η ΚΥΠ, μέχρι και το 1959.
Ιστορικό αρχείο
Σημειώνεται πως είναι η δεύτερη φορά που η ΕΥΠ δημοσιοποίησε μέσω της ιστοσελίδας της απόρρητα αρχεία στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για την ανάδειξη του ιστορικού αρχείου της υπηρεσίας με τρόπο συστηματικό και οργανωμένο, όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση. Η πρώτη ήταν τον Νοέμβριο του 2024, με αφορμή τα 50 χρόνια από την τουρκική εισβολή, όταν είδαν το φως της δημοσιότητας δελτία πληροφοριών για την Κύπρο κατά το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου του 1974.
«Ελπίζω να συμβάλει στις προσπάθειες για καλύτερη κατανόηση ακόμα και ιδιαίτερα φορτισμένων περιόδων ή ευαίσθητων πτυχών της πρόσφατης ιστορίας μας, στο πλαίσιο μιας συστηματικής, ψύχραιμης, μη συμπλεγματικής, συλλογικής διαδικασίας αυτογνωσίας, που δεν είναι απλώς επιθυμητή αλλά τελικά απαραίτητη για κάθε δημοκρατική χώρα», ανέφερε στην παρουσίασή του ο διοικητής της ΕΥΠ, Θεμιστοκλής Δεμίρης, ο οποίος υπογράμμισε ότι θα ακολουθήσει ο αποχαρακτηρισμός και άλλων αρχείων, με την προϋπόθεση βέβαια να έχουν περάσει 50 χρόνια από τη σύνταξη των εγγράφων.


Σύμφωνα με τον διοικητή της ΕΥΠ, τα 123 έγγραφα αντανακλούν το κλίμα μιας περιόδου όπου η Ελλάδα «ζούσε σε έντονα πολωτικό μετεμφυλιακό κλίμα, με το ΚΚΕ να είναι εκτός νόμου και με τον φόβο αποσταθεροποίησης, με “κομμουνιστικό δάκτυλο”, να αποτελεί βασικό στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας και να επηρεάζει σημαντικά τη στάση και τις δράσεις των υπηρεσιών ασφαλείας. Επίσης, ως απόρροια του εμφυλίου και του τρόπου με τον οποίο έληξε, η χώρα μας σε σχέση με λοιπές χώρες του λεγόμενου δυτικού στρατοπέδου βρέθηκε με δύο ιδιαιτερότητες: στο εξωτερικό μια μεγάλη κοινότητα ομοεθνών της που ζήτησαν καταφύγιο και έζησαν στις κομμουνιστικές χώρες και στο εσωτερικό έναν τεράστιο αναλογικά αριθμό φυλακισμένων και εκτοπισμένων, που θεωρούντο επικίνδυνοι για την ασφάλεια της χώρας λόγω κομμουνιστικής ιδεολογίας».


Από τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία διαπιστώνεται η έντονη παρακολούθηση από πλευράς της ΚΥΠ φυλακισμένων, εκτοπισμένων ή αυτοεξόριστων μελών του ΚΚΕ, ενώ στα χέρια της υπηρεσίας περνούσαν ακόμα και αντίγραφα απολογιών ενώπιον δικαστηρίων, τις οποίες παρέδιδαν -υπό τον όρο να κρατηθεί η ανωνυμία τους- συνήγοροι των κατηγορουμένων. Εντύπωση προκαλεί η επί πολλές σελίδες αναφορά της ΚΥΠ στους Έλληνες που σπούδαζαν σε χώρες του εξωτερικού, όπως η Γαλλία και η Αυστρία, όπου προτείνονταν μάλιστα και τρόποι συμμόρφωσής τους (π.χ. διαβατήρια διάρκειας έξι μηνών), σε περίπτωση που είτε έπαιρναν μέρος σε κομμουνιστικές δράσεις είτε κρίνονταν απλώς ότι δεν παρακολουθούν όπως έπρεπε τις σπουδές τους. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά «διασύρουν το εθνικό γόητρο» και έχουν «αντεθνική δράση», ενώ προτείνεται σύσκεψη των αρμόδιων υπουργείων για την αντιμετώπιση του θέματος, όπου όμως οι προτάσεις της ΚΥΠ στο συγκεκριμένο έγγραφο παραμένουν απόρρητες.


Μεγάλη αναφορά γίνεται επίσης στις φυλακές όπου κρατούνταν μέλη του ΚΚΕ, ενώ σε λεπτομερή έκθεση για την κατάσταση που επικρατούσε εντός των σωφρονιστικών τειχών υπήρχε η εξής σημείωση: «Το δελτίον προέρχεται από πράκτορα της υπηρεσίας ημών τέως κομμουνιστήν πρό τινος χρόνου αποφυλακισθέντα και ζήσαντα το καθεστώς των φυλακισμένων κομμουνιστών. Πρόκειται περί πράκτορος ηλεγμένης ειλικρινείας και αντικειμενικότητος». Στην έκθεση περιγράφεται η οργάνωση των φυλακισμένων, ενώ καταγγέλλονται και φύλακες και διευθυντές φυλακών: «Ακόμη πρέπει να αναφέρω ότι και σειρά φυλάκων που παρουσιάζονται ως υπερεθνικόφρονες συναλλάσσωνται κατά τον χειρότερον τρόπον με τους κομμουνιστάς. Ούτω η “Αυγή” αντί 20 ή 25 χιλιάδων κυκλοφορείς εις όλας τας φυλακάς, όπου ως γνωστόν αυστηρότατα απαγορεύεται η κυκλοφορία της».

Το 1953, πρώτο χρόνο λειτουργίας της, η τότε ΚΥΠ έχει από κοντά την ΕΔΑ, την οποία χαρακτηρίζει «νόμιμο τμήμα του παράνομου ΚΚΕ», ενώ απαντά με επιχειρήματα στο δίλημμα «νομιμοποίηση του ΚΚΕ ή διάλυση της ΕΔΑ;».
Αίσθηση προκαλεί η πρόταση της ΚΥΠ να γίνει κύριο μάθημα των Σχολών Δοκίμων Αξιωματικών Χωροφυλακής και Υπαστυνόμων υπό τη δική της ευθύνη το θέμα «Κομμουνισμός – Αντικομμουνισμός» και σειρά διαλέξεων με το ίδιο θέμα στις Σχολές Ευελπίδων και Ικάρων. Στο ίδιο πνεύμα, το 1954 την ΚΥΠ απασχολεί η «αντιμετώπισις της κομμουνιστικής διεισδύσεως εις τας ενόπλους δυνάμεις» με αναφορά στο σύνθημα του Βλαντίμιρ Λένιν: «Καμία επανάσταση δεν έγινε χωρίς το ξεχαρβάλωμα του στρατού».


Η σύλληψη Φλωράκη
Την ίδια χρονιά έγγραφο της ΚΥΠ επιχειρηματολογεί για τη σύλληψη του Χαρίλαου Φλωράκη και άλλων μελών του ΚΚΕ, ενώ γίνεται αναφορά σε «δίκες εθνικού ενδιαφέροντος», όπου η ΚΥΠ στηλιτεύει τους κρατικούς παράγοντες που πήγαν στο δικαστήριο τελείως απροετοίμαστοι. Σε άλλο σημείο προτείνεται η δημιουργία σχολής δημοσιογραφικών στελεχών που θα εντρυφήσουν στον αντικομμουνισμό. Από το 1956 και μετά η υπηρεσία επικεντρώνεται στην έντονη επιθυμία επαναπατρισμού των εξόριστων, όπως εκφράζεται στις επιστολές τους «λόγω μαρτυρικής ζωής» σε Ρωσία, Πολωνία, Βουλγαρία («βούρκον και κόλασιν χαρακτηρίζουν την εις την Τασκένδην κατάστασιν»), τη φυγή των Ελλήνων της Μακεδονίας προς τη Γιουγκοσλαβία, ενώ παλαιός κομμουνιστής γράφει σε ομοϊδεάτη του στις φυλακές: «Φίλε, μάθε ότι ΚΚΕ δεν υπάρχει πια, υπάρχουν μόνο κλίκες του Ζαχαριάδη και των άλλων χρεοκοπημένων που θέλουν θέσεις». Στα έγγραφα του 1957 αποτυπώνεται η υπογραφή δηλώσεων μετανοίας των φυλακισμένων και οι επακόλουθες αποφυλακίσεις.
Εντύπωση επίσης προκαλεί η αναφορά της ΚΥΠ στη για πρώτη φορά ψήφο των γυναικών στις βουλευτικές εκλογές τον Φεβρουάριο του 1956, όπου ψήφισαν πολύ πιο συντηρητικά από τους άνδρες και υπέρ της εθνικόφρονης παράταξης.
Της Κλαίρης Τζωρτζάκη
Εφημερίδα Απογευματινή











