Του Μητροπολίτη Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας Κωνσταντίνου
Η εικόνα προκαλεί ανησυχία και, το χειρότερο, αρχίζει να γίνεται οικεία. Σε χώρες της Ασίας, όπως η Ινδία και η Ταϊλάνδη, πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που παραπέμπουν σε περιόδους κρίσης που θεωρούσαμε ξεπερασμένες. Μεγάλες αναμονές έξω από πρατήρια, δελτίο στην αγορά καυσίμων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εντάσεις που ξεφεύγουν από τα όρια της ψυχραιμίας, καθώς άνθρωποι αγωνιούν να εξασφαλίσουν τα αυτονόητα. Για τον μέσο εργαζόμενο, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Δεν αφορά απλώς δείκτες και διεθνείς αναλύσεις. Είναι η δυνατότητα να μετακινηθεί, να στηρίξει την οικογένειά του, να διατηρήσει ενεργή τη μικρή επιχείρηση από την οποία ζει. Όταν η επάρκεια καυσίμων τίθεται υπό αμφισβήτηση, απορρυθμίζεται ολόκληρος ο ρυθμός της ζωής.
Σε πολλές περιοχές οι πραγματικές ελλείψεις -ή ακόμη και η προσδοκία ότι επίκεινται- διαμορφώνουν ένα κλίμα νευρικότητας. Οι καταναλωτές σπεύδουν να γεμίσουν τα ρεζερβουάρ πριν στερέψουν οι αντλίες, επιτείνοντας την πίεση στην αγορά. Οι αναμονές παρατείνονται, οι τόνοι ανεβαίνουν και δεν απουσιάζουν περιστατικά αντιπαραθέσεων. Ο κοινωνικός ιστός δοκιμάζεται, καθώς η ανασφάλεια μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία.
Οι αιτίες αυτής της κατάστασης υπερβαίνουν τα εθνικά όρια. Η παράταση πολεμικών αναμετρήσεων σε στρατηγικής σημασίας περιοχές για την παγκόσμια ενέργεια έχει διαταράξει τις αλυσίδες εφοδιασμού. Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, οι κυρώσεις, τα εμπόδια στις εξαγωγές και η γενικευμένη αβεβαιότητα πυροδοτούν ένα ντόμινο επιπτώσεων που διαχέεται από τα χρηματιστήρια έως την καθημερινή κατανάλωση.
Οι οικονομίες της Ασίας, αρκετές από τις οποίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους, δέχονται άμεσο πλήγμα. Το αυξημένο κόστος μεταφέρεται στον τελικό καταναλωτή. Ακριβότερα καύσιμα σημαίνουν υψηλότερα μεταφορικά έξοδα, ανατιμήσεις σε τρόφιμα και βασικά αγαθά, πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Ο πληθωρισμός παύει να είναι αφηρημένος αριθμός και μετατρέπεται σε εμπειρία που αγγίζει το τραπέζι κάθε σπιτιού.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι οι πιο ευάλωτοι. Εργαζόμενοι με χαμηλές αποδοχές, μικροεπιχειρηματίες, αγρότες και επαγγελματίες που εξαρτώνται άμεσα από τις μετακινήσεις βλέπουν τα περιθώριά τους να συρρικνώνονται. Για αυτούς, η αύξηση στην αντλία δεν αποτελεί απλώς μια δυσάρεστη μεταβολή αλλά απειλή για τη βιωσιμότητα της δραστηριότητάς τους.
Το ερώτημα της ευθύνης δεν επιδέχεται απλές απαντήσεις. Οι πολεμικές συγκρούσεις και οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις επηρεάζουν τις αγορές. Οι ισχυρές χώρες αξιοποιούν την ενέργεια ως μέσο άσκησης πίεσης. Οι διεθνείς μηχανισμοί συχνά λειτουργούν με όρους που ευνοούν την κερδοσκοπία. Παράλληλα, αρκετές κυβερνήσεις αποδεικνύονται ανέτοιμες να θωρακίσουν αποτελεσματικά τις κοινωνίες τους απέναντι σε εξωγενείς κραδασμούς.
Εκείνος, ωστόσο, που δεν φέρει την ευθύνη είναι ο απλός πολίτης και παρ’ όλα αυτά επωμίζεται το βαρύτερο φορτίο. Αν η αστάθεια παραταθεί, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στην οικονομία. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς, η κοινωνική ένταση και η αίσθηση αδιεξόδου ενδέχεται να πυροδοτήσουν βαθύτερες αναταράξεις.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ενεργειακό ή διπλωματικό. Αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης ασφάλειας. Όσο οι συγκρούσεις συνεχίζονται και η διεθνής αβεβαιότητα παραμένει, οι αναμονές στα πρατήρια θα επιμηκύνονται και μαζί τους θα βαθαίνει η αγωνία στα πρόσωπα όσων προσπαθούν απλώς να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Εφημερίδα Απογευματινή











