Η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία ύψους 650 εκατ. ευρώ με το Ισραήλ για την προμήθεια προηγμένων πυραυλικών συστημάτων PULS, ενισχύοντας περαιτέρω τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας.
Η συμφωνία αφορά την εξαγωγή του πυραυλικού συστήματος πυροβολικού PULS της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας Elbit Systems και υπεγράφη στην Αθήνα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, το πακέτο περιλαμβάνει εκτοξευτές, εκπαιδευτικές ρουκέτες, κατευθυνόμενους πυραύλους ακριβείας, καθώς και περιφερόμενα πυρομαχικά.
Παράδοση σε τέσσερα χρόνια και δεκαετής υποστήριξη
Το PULS είναι ένα πολυλειτουργικό οπλικό σύστημα, σχεδιασμένο να εκτοξεύει ρουκέτες και πυραύλους διαφορετικού βεληνεκούς, προσφέροντας αυξημένη ευελιξία και σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες στο πεδίο μάχης. Η παράδοση των συστημάτων προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε ορίζοντα τεσσάρων ετών, ενώ θα ακολουθήσει δεκαετής περίοδος τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης, με στόχο τη διασφάλιση της μακροχρόνιας επιχειρησιακής ετοιμότητας των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.
Η συμφωνία υπογράφεται σε μια ιδιαίτερα τεταμένη συγκυρία στη Μέση Ανατολή, καθώς η περιφερειακή αστάθεια και η σύγκρουση με το Ιράν εντείνουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια και την ενεργειακή σταθερότητα στην περιοχή. Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα περάσματα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Η στρατηγική σημασία για την Ελλάδα
Ο γενικός διευθυντής του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, Αμίρ Μπαράμ, χαρακτήρισε τη συμφωνία ένδειξη της τεχνολογικής ισχύος του Ισραήλ και της δυνατότητάς του να στηρίζει στενούς συμμάχους ακόμη και σε συνθήκες πολέμου. Για την Ελλάδα, η απόκτηση των συγκεκριμένων συστημάτων ενισχύει ουσιαστικά την αποτρεπτική της ισχύ και αναβαθμίζει τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων, σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η συμφωνία αποτυπώνει τη σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων Ελλάδας και Ισραήλ και επιβεβαιώνει τη βούληση των δύο χωρών να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους στον τομέα της άμυνας και της τεχνολογίας.











