Σοβαρές αμφιβολίες εκφράζονται ως προς τη σκοπιμότητα άσκησης δίωξης σε βάρος του Γιάννη Κεφαλογιάννη, με κύκλους του να υποστηρίζουν ότι οι σχετικές αιτιάσεις είναι νομικά αβάσιμες και δεν στηρίζονται σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
H υπόθεση στηρίζεται ουσιαστικά σε δύο συνομιλίες: η πρώτη αφορά πρώην συνεργάτη του κ. Κεφαλογιάννη —και όχι διευθυντή του, όπως έχει διευκρινιστεί— με τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ η δεύτερη αφορά επίσης επικοινωνία τρίτων προσώπων. Όπως επισημαίνουν, στο σύνολο της δικογραφίας, που αριθμεί περίπου 4.000 λέξεις, δεν υπάρχει ούτε μία συνομιλία του ίδιου του βουλευτή, ούτε άμεση ή έμμεση αναφορά ότι έδωσε εντολή, παρείχε κατεύθυνση ή είχε γνώση οποιασδήποτε παράνομης ενέργειας.
Οι ίδιοι κύκλοι αναφέρουν ότι η πρώτη συνομιλία, στις 2 Οκτωβρίου 2021, είχε ως αντικείμενο την αναζήτηση ενημέρωσης σχετικά με τη διαδικασία επιστροφής ή μη αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από τέσσερις παραγωγούς για τη δήλωση του 2020. Υποστηρίζουν δε ότι, όπως προκύπτει και από το διαβιβαστικό της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, το σύστημα ελέγχου στις 19 Νοεμβρίου 2021 προχώρησε κανονικά σε όλες τις προβλεπόμενες νόμιμες ενέργειες, εφαρμόζοντας την ενωσιακή νομοθεσία, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή παράλειψη.
Κατά τις ίδιες πηγές, η μη επιστροφή των ποσών μέχρι σήμερα δεν συνδέεται με εξωθεσμική παρέμβαση, αλλά με εκκρεμότητες διοικητικής εκκαθάρισης του ΟΠΕΚΕΠΕ για τα έτη 2020-2021 και εφεξής. Με βάση αυτό το σκεπτικό, υποστηρίζεται ότι δεν προκύπτει ζημία για το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη συνομιλία, της 24ης Νοεμβρίου 2021, κύκλοι από το περιβάλλον του κ. Κεφαλογιάννη υποστηρίζουν ότι αυτή αφορούσε αποκλειστικά αναζήτηση ενημέρωσης για τα αίτια προβλημάτων στην καταβολή επιδότησης συγκεκριμένου παραγωγού. Επικαλούνται, μάλιστα, το διαβιβαστικό της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, σύμφωνα με το οποίο ο σχεδιασμός που συζητήθηκε τηλεφωνικά μεταξύ άλλων προσώπων ήταν νομικά και συστημικά αδύνατο να παράξει έννομα αποτελέσματα.
Συνολικά, έμπειροι ποινικολόγοι υποστηρίζουν ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αναδεικνύεται προσωπική εμπλοκή του ίδιου σε αξιόποινη πράξη, ούτε προκύπτει ότι οι επίμαχες συνομιλίες οδήγησαν σε παράνομη διοικητική πράξη, παράλειψη ή ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.









