«Αντάρτικο» 5 βουλευτών της ΝΔ: Σφοδρή κριτική στο επιτελικό κράτος και αιχμές για θεσμική ανισορροπία

Ανοιχτή επιστολή με σαφή μηνύματα προς την κυβέρνηση – «Οι βουλευτές δεν υπηρετούν το επιτελείο, εκπροσωπούν την κοινωνία»
10:31 - 28 Απριλίου 2026

Έντονο πολιτικό αποτύπωμα αφήνει η ανοιχτή επιστολή πέντε βουλευτών της Νέα Δημοκρατία, οι οποίοι ασκούν ευθεία και τεκμηριωμένη κριτική στο μοντέλο του «επιτελικού κράτους», ανοίγοντας συζήτηση για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας και τη λειτουργία της κυβέρνησης.

Οι Αθανάσιος Ζεμπίλης, Ανδρέας Κατσανιώτης, Ξενοφών Μπαραλιάκος, Γιάννης Οικονόμου και Ιωάννης Παππάς, μέσω της επιστολής τους στην εφημερίδα «Τα Νέα», θέτουν ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της κυβερνητικής λειτουργίας, χωρίς ωστόσο να αμφισβητούν ευθέως τη συνοχή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Στο επίκεντρο της παρέμβασής τους βρίσκεται το μοντέλο του «επιτελικού κράτους», το οποίο –όπως υποστηρίζουν– έχει οδηγήσει σε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε έναν στενό κύκλο γύρω από το πρωθυπουργικό περιβάλλον. Ειδική αναφορά γίνεται στον Νόμος 4622/2019, ο οποίος, ενώ σχεδιάστηκε για να ενισχύσει τον συντονισμό και την αποτελεσματικότητα, στην πράξη φαίνεται να περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

Οι βουλευτές σημειώνουν ότι το μοντέλο αυτό αποδίδει σε περιόδους κρίσεων, αλλά εμφανίζει αδυναμίες σε συνθήκες ομαλότητας, δημιουργώντας παράλληλα ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αντίφαση που –κατά τους ίδιους– χαρακτηρίζει το σύστημα: το επιτελικό κράτος συγκεντρώνει τον έλεγχο και πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά όταν ανακύπτουν προβλήματα ή φαινόμενα κακοδιοίκησης, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω, κυρίως προς τους βουλευτές.

Τονίζουν, μάλιστα, ότι το μοντέλο αυτό δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει επαρκώς φαινόμενα διαφθοράς, παρά τη συγκεντρωτική του δομή, επισημαίνοντας ότι η αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά και από τον τρόπο άσκησης της εξουσίας.

Κεντρικό σημείο της επιστολής αποτελεί η υπεράσπιση του ρόλου του βουλευτή. Οι συντάκτες υπογραμμίζουν ότι οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να «υπηρετούν» ένα κεντρικό επιτελείο, αλλά για να εκπροσωπούν την κοινωνία, να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση πολιτικής.

Όπως σημειώνουν, υπάρχει ο κίνδυνος ο βουλευτής να υποβαθμιστεί σε εκτελεστή προειλημμένων αποφάσεων, με περιορισμένο ρόλο και μειωμένη επιρροή, γεγονός που –κατά την άποψή τους– αποδυναμώνει τη δημοκρατική λειτουργία.

Οι πέντε βουλευτές προτείνουν μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική διακυβέρνησης, με ενισχυμένο ρόλο των υπουργείων, ισχυρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο και ουσιαστική συμμετοχή της περιφέρειας.

Παράλληλα, αναγνωρίζουν ότι η σταθερότητα της χώρας συνδέεται με την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Κυριάκος Μητσοτάκης, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι διορθωτικές κινήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να διασφαλιστεί ένα κράτος που «κυβερνά χωρίς να αποκόπτεται από την κοινωνία».

Η επιστολή

Κριτική στο «επιτελικό κράτος»: Οι βουλευτές κάνουν λόγο για ένα «επιτελικό κράτος» που αυτονομήθηκε και λειτουργεί αποκομμένο από την κοινωνία και την ίδια την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Επισημαίνουν, δε, για τον Νόμο 4622/2019 πως «στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες», μεταφέροντας «όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας».

Θεσμική ανισορροπία: Επισημαίνουν ότι το «επιτελικό κράτος» γεννά «ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας» που δεν αντιμετωπίζονται με μια «ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία». Ασκούν παράλληλα κριτική, τονίζοντας ότι «ενώ το ”επιτελικό κράτος” είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας».

Ανάγκη για κράτος που αποφασίζει «για όλους»: Τονίζουν ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα κράτος που να λειτουργεί υπέρ του συνόλου της κοινωνίας και όχι μόνο υπέρ λίγων, δίνοντας άμεσο λόγο στον λαό.

Ρόλος των βουλευτών: Σημειώνουν ότι οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να υπηρετούν το επιτελείο, αλλά για να εκπροσωπούν την κοινωνία.

Η δημοσιοποίηση της επιστολής μέσω των «Νέων» ασφαλώς δεν είναι τυχαία και έρχεται σε μια περίοδο εντάσεων σχετικά με το εξωκοινοβουλευτικό, πρωθυπουργικό επιτελείο. Παράλληλα, δεν πρέπει να αποκλείεται η συνέχιση της έκφρασης αντιρρήσεων και στον δημόσιο διάλογο, η οποία είναι πιθανόν να γίνεται ανά πεντάδες, με στόχο να στέλνονται μηνύματα, χωρίς να τίθεται εν αμφιβόλω η κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Αναλυτικά η επιστολή των 5 βουλευτών της ΝΔ στα “Νέα”

Για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στη κοινωνία των πολιτών! Η αναζωπύρωση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις υπουργών και υφυπουργών και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, μία υπενθύμιση.

Υπενθύμιση αναδρομής στο πρώτο νομοθέτημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που καθιέρωσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Το επιτελικό κράτος, το οποίο λοιδορήθηκε, αποτέλεσε πολιτικό επιχείρημα άσκησης κριτικής, αλλά λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί. Εκείνο που καλούμαστε να αναλογιστούμε είναι αν μπορούμε να βελτιώσουμε το επιτελικό κράτος και να ενισχύσουμε την αρχιτεκτονική ενός μοντέρνου και λειτουργικού κράτους, που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του σήμερα. Να αναστοχαστούμε το επιτελικό κράτος και τον τρόπο λειτουργίας του, ιδίως με την πάροδο των περίπου επτά ετών, ως πρότυπου διαχείρισης της εξουσίας στη χώρα.

Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενώ το επιτελικό κράτος είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας. Επίσης, γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά, με βάση κυρίως τις αρχές και τις αξίες της παράταξής μας.

Ο Νόμος 4622/2019 για το «επιτελικό κράτος» αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση συντονισμού, ταχύτητας και λογοδοσίας. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες. Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων. Η συγκέντρωση της εξουσίας έγινε στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Αλλά σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι κάνεις, αλλά και ο τρόπος που το κάνεις. Και στη δημοκρατία το δεύτερο είναι ίσως σημαντικότερο από το πρώτο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αλλά με τρόπο που δεν αφήνουν χώρο για δυσλειτουργίες και παραφωνίες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, στη μεγάλη εικόνα, το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο, πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά, όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές. Αυτή η πρακτική δεν υπάρχει σε εγχειρίδια ηγεσίας. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου η ίδια η κυβέρνηση προχωρά σε διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση δικαστικών εξελίξεων, χρειάζεται να συζητήσουμε για το επιτελικό κράτος. Μια συζήτηση που προέχει του διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Σκοπός είναι να αποκτήσουμε μια νέα δυναμική, να πάμε ακόμα πιο μπροστά, καθώς η κοινωνία παραμένει πεπεισμένη ότι μόνο η ΝΔ και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και ευημερία. Δεν πρέπει να αφήσουμε τις αρρυθμίες στο πρότυπο διοίκησης να επηρεάσουν την κοινοβουλευτική λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Στη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, μια κυβέρνηση υπάρχει όσο απολαμβάνει της εμπιστοσύνη της Βουλής. Τα προνόμια του πρωθυπουργού και τα καθήκοντα των βουλευτών περιγράφονται θεσμικά και είναι σε διαλεκτική σχέση. Οι βουλευτές συγκροτούν την πλειοψηφία που δίνει δύναμη στον πρωθυπουργό και τον κρατά ισχυρό.

Η λύση σε φαινόμενα κακοδιοίκησης και διαφθοράς δεν είναι περισσότερος συγκεντρωτισμός και υποβάθμιση των βουλευτών. Ο βουλευτής -που είναι φορέας λαϊκής εντολής, ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας και αυθεντικός εκφραστής της περιφέρειας- φορτώνεται αδίκως το στίγμα του φαυλοκράτη και

κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε μεταφορέα ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Να ενημερώνεται εκ των υστέρων, να πειθαρχεί εκ των προτέρων και να περιορίζεται σε μια ολοένα μικρότερη πολιτική περίμετρο. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτείνει τα προβλήματα και δεν θα τα επιλύσει.

Συχνά ακούγεται το ένα αντεπιχείρημα: ότι οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες υπουργοί δεν βαρύνονται από τη φθορά του παραδοσιακού βουλευτικού γραφείου, δεν έχουν περάσει από τη λογική της πελατειακής πίεσης και δεν έχουν οικοδομήσει την καριέρα τους πάνω σε μικροεξυπηρετήσεις. Ωστόσο, είναι τουλάχιστον άδικο να μετακυλίεται το ανάθεμα σε εκείνους που επιλέγουν οι πολίτες να τους εκπροσωπούν με την ψήφο τους, εντός ενός συστήματος που όλοι αποδοκιμάζουν, για να ασκούν μετά υπέρμετρη εξουσία οι μη εκλεγμένοι.

Κανένας βουλευτής δεν επιθυμεί να μετατρέπεται από εθνικός νομοθέτης και ελεγκτής σε διαχειριστή αιτημάτων και εξυπηρετήσεων. Η λύση δεν είναι η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης, γιατί ούτε τόσο αποτελεσματική είναι σε περιόδους

ομαλότητας, ούτε θεσμικά υπεύθυνη, ούτε βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους πολίτες.

Αυτό που χρειάζεται είναι νέος ρόλος για τον βουλευτή. Να μην εκλαμβάνεται σαν (ρουσφετάκιας) γραφείο εξυπηρέτησης και μεσάζοντας. Να είναι ο βουλευτής ο φορέας της θεσμικής πίεσης, του κοινοβουλευτικού ελέγχου, της πολιτικής συνδιαμόρφωσης και της ουσιαστικής εκπροσώπησης της κοινωνίας, ιδίως της περιφέρειας. Ένας βουλευτής που δεν θα μετρά την επιρροή του από το πόσες υποθέσεις «διευκόλυνε», αλλά από το αν μπόρεσε να αλλάξει πολιτικές, να επιβάλει λογοδοσία και να φέρει τη φωνή της πραγματικής χώρας στο κέντρο λήψης των αποφάσεων.

Γιατί η ελληνική περιφέρεια δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν χάνει υπουργικά χαρτοφυλάκια προς όφελος του αθηνοκεντρικού κράτους. Αποδυναμώνεται, κυρίως, όταν χάνει τη θεσμική της δυνατότητα να επηρεάζει στη χάραξη πολιτικής, όταν δεν συμμετέχει ισότιμα στη διανομή του πλούτου, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους που γνωρίζουν το πεδίο, όταν η εμπειρία της πραγματικής παραγωγής, της τοπικής οικονομίας της περιφέρειας και της ζώσας κοινωνίας μετατρέπεται σε «δεδομένο» για επεξεργασία και όχι σε ζωντανό παράγοντα διαμόρφωσης της πολιτικής.

Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς αλλαγές προσώπων. Ο πρωθυπουργός μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το 2016 επιμένει στους θεσμούς. Σήμερα μπορούμε να επαναξιολογήσουμε από κοινού το επιτελικό κράτος, το οποίο μέχρι σήμερα αξιολογείται από τον εαυτό του, στη βάση ποσοτικών και όχι ποιοτικών

δεικτών.

Χρειαζόμαστε, ως κόμμα και Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική, με αυξημένη λογοδοσία. Με ισχυρά υπουργεία, με ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, με πραγματική συμμετοχή της περιφέρειας, με σαφείς αρμοδιότητες και πραγματική πολιτική ευθύνη. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα κράτος που λίγοι αποφασίζουν για όλους, χωρίς να δίνουν άμεσα λόγο στον λαό. Έχει ανάγκη από ένα κράτος που συντονίζεται χωρίς να ασφυκτιά και κυβερνά χωρίς να αποκόπτεται από την κοινωνία των πολιτών.

Οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να υπηρετούν το όποιο επιτελείο. Υπάρχουν για να υπερασπίζονται το εθνικό και λαϊκό συμφέρον, νομοθετώντας και ελέγχοντας την εκτελεστική εξουσία.

ΖΕΜΠΙΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΕΥΒΟΙΑΣ

ΚΑΤΣΑΝΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΑΧΑΪΑΣ

ΜΠΑΡΑΛΙΑΚΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΠΙΕΡΙΑΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ

ΠΑΠΠΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ