Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, η Νέα Δημοκρατία έθεσε στο στόχαστρο τη δημόσια εκπαίδευση. Με το αφήγημα του «εκσυγχρονισμού» επιχείρησε αφενός να υποβαθμίσει τον δημόσιο χαρακτήρα της, προβάλλοντας τη στενότερη διασύνδεσή της με την αγορά, και αφετέρου να στοχοποιήσει τους εκπαιδευτικούς, υιοθετώντας μια λογική «νόμου και τάξης», που τους παρουσίαζε περίπου ως πρόβλημα και όχι ως πυλώνα του δημόσιου σχολείου. Το αποτέλεσμα ήταν πρωτοφανές: δεκάδες πειθαρχικές διώξεις, απειλές απολύσεων και ένα σύστημα αξιολόγησης που λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός επιβολής παρά ως εργαλείο βελτίωσης της εκπαίδευσης.
Αντί η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα πραγματικά προβλήματα των σχολείων -την υποστελέχωση, τα κενά, τις ανεπαρκείς υποδομές και την έλλειψη ουσιαστικής επιμόρφωσης-, επέλεξε να μετατρέψει την εκπαίδευση σε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, υιοθετώντας ακόμη και την εμφυλιοπολεμική ρητορική περί «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς». Έτσι, ο εκπαιδευτικός αναγορεύτηκε σε αντίπαλο αντί να αντιμετωπιστεί ως σύμμαχος. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η αξιολόγηση ως έννοια. Κάθε σοβαρό εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται αξιολόγηση. Το πρόβλημα είναι όταν αυτή μετατρέπεται σε μηχανισμό εκφοβισμού και εργαλείο ελέγχου των εκπαιδευτικών. Το αποδεικνύει και το κύμα πειθαρχικών διώξεων σε όσους συμμετείχαν στις νόμιμες κινητοποιήσεις των ομοσπονδιών τους αλλά και οι συνεχείς απαλλαγές τους από τα πειθαρχικά συμβούλια, με πρόσφατο παράδειγμα την πλήρη αθώωση των 53 εκπαιδευτικών στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
Σήμερα η κυβέρνηση αναγκάζεται να τροποποιήσει εκ νέου το σύστημα αξιολόγησης, αυξάνοντας τους αξιολογητές και μεταφέροντας περισσότερες αρμοδιότητες στους διευθυντές σχολείων. Δεν πρόκειται για μεταρρύθμιση. Πρόκειται για ομολογία αποτυχίας. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο δημόσιου σχολείου: ένα σχολείο εμπιστοσύνης, συνεργασίας και δημοκρατίας. Πρώτον, άμεση παύση όλων των πειθαρχικών διώξεων εκπαιδευτικών που διώκονται για τη συνδικαλιστική δράση τους. Σε μια δημοκρατική πολιτεία η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις δεν μπορεί να αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Δεύτερον, πλήρη αναμόρφωση του συστήματος αξιολόγησης μέσα από ουσιαστικό διάλογο με τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, με αξιολόγηση όχι μόνο των προσώπων αλλά και της λειτουργίας της σχολικής μονάδας και των ευθυνών της πολιτείας.
Τρίτον, θεσμική προστασία των εκπαιδευτικών απέναντι στις κυβερνητικές πιέσεις, με τη δημιουργία μονάδας νομικής στήριξης σε κάθε Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Δεν θα αποκτήσουμε καλύτερα σχολεία επειδή η κυβέρνηση ακολουθεί εμμονικά πολιτική πειθαρχικών διώξεων εναντίον των εκπαιδευτικών. Θα αποκτήσουμε καλύτερα σχολεία όταν αντιμετωπίσουμε τους εκπαιδευτικούς ως συμμάχους. Όταν αντί για την πολιτική του «χωροφύλακα» επενδύσουμε στη συνεργασία και στη στήριξη του δημόσιου σχολείου. Η ποιότητα στην εκπαίδευση κατακτιέται μόνο με εμπιστοσύνη και σεβασμό σε εκείνους που κρατούν ζωντανό το πιο πολύτιμο δημόσιο αγαθό: τη γνώση.
Είναι δεδομένο ότι αυτό δεν μπορεί να το πράξει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όπως ο λύκος δεν πρόκειται ποτέ να φυλάξει τα πρόβατα, έτσι και ο κύριος Μητσοτάκης δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ο προστάτης των εκπαιδευτικών όταν είναι ο βασικός διώκτης τους.
Η κυρία Παπαδοπούλου είναι αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ
Εφημερίδα Απογευματινή








