Με το κριτήριο της κυβερνησιμότητας σε πρώτο πλάνο και την ασφάλεια και τη σταθερότητα να τίθενται προσθετικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέχισε τον μαραθώνιο των περιοδειών επισκεπτόμενος αυτήν τη φορά τη Λέρο, ενώ σήμερα πηγαίνει στο Αγαθονήσι. Ο πρωθυπουργός από τη Λέρο έθεσε ως βασικό εκλογικό δίλημμα ποια θα είναι η ελληνική κυβέρνηση που θα κληθεί να τρέξει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις κρίσιμες αποφάσεις που θα ληφθούν εκείνη την περίοδο με αφορμή το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα.
«Ένα από τα μεγάλα ζητούμενα των εκλογών θα είναι ποια κυβέρνηση και ποιος πρωθυπουργός θα προεδρεύσουν της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν θα ληφθούν πολύ σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της Ευρώπης, της Ελλάδας και των νησιών μας», τόνισε ο κ. Μητσοτάκης και στη συνέχεια αντιπαρέβαλε της εικόνα της Ελλάδας το 2019 με τη σημερινή, εξαπολύοντας αιχμές προς την αντιπολίτευση πού πήγαν τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης. «Ας αφήσουμε στη μιζέρια αυτούς που θέλουν να τα βλέπουν όλα μαύρα. Προβλήματα υπάρχουν. Αλλά η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από αυτήν όπου βρισκόταν το 2019. Σας εγγυώμαι ότι το 2030, με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, θα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό,τι βρίσκεται σήμερα», τόνισε. Απαντώντας ειδικότερα στην κριτική για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων, παρουσίασε τα έργα στο νησί ως απάντηση στον ισχυρισμό ότι κατευθύνθηκαν μόνο στους «μεγάλους». «Εδώ βλέπετε πού πηγαίνουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης», είπε, δείχνοντας τις παρεμβάσεις.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε εκτενώς στο Μεταναστευτικό, συνομιλώντας με τον δήμαρχο Τιμόθεο Κωττάκη, επισημαίνοντας ότι κανένα από τα έργα που εξελίσσονται ή έγιναν δεν θα μπορούσε να είχε γίνει αν δεν είχε αντιμετωπιστεί η μεταναστευτική κρίση, την οποία περιέγραψε ως «μάστιγα». «Θυμάσαι την κατάσταση που παραλάβαμε το 2019. Θυμάμαι τις πρώτες μου επισκέψεις στα νησιά της Δωδεκανήσου και του Βορειοανατολικού Αιγαίου, τα οποία πλημμύριζαν τότε από μετανάστες και από πρόσφυγες, σε μία διαδικασία η οποία ήταν τελείως ανεξέλεγκτη», είπε ο πρωθυπουργός απευθυνόμενος στον δήμαρχο και συμπλήρωσε: «Σήμερα αντί για μετανάστες και πρόσφυγες βλέπουμε Τούρκους επισκέπτες, οι οποίοι χαμογελαστοί χαίρονται να περνάνε τις διακοπές τους εδώ, στα νησιά της πατρίδας μας. Αυτό ίσως είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη, διότι χωρίς ασφάλεια και σταθερότητα δεν μπορεί να υπάρχει καμία οικονομική ανάπτυξη». «Είστε ο πρώτος εν ενεργεία πρωθυπουργός που έρχεται στη Λέρο, επιθεωρεί ολοκληρωμένα έργα 8.000.000 ευρώ», ανέφερε από την πλευρά του ο Τιμόθεος Κωττάκης. «Όμως το πιο σημαντικό που μας έχετε προσφέρει, και πιστεύω στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, είναι η σταθερότητα. Και εμείς που είμαστε εδώ, Αιγαιοπελαγίτες, πρώτη φορά αισθανόμαστε ότι έχουμε ασφαλή σύνορα», πρόσθεσε.
Νωρίτερα ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο – Κέντρο Υγείας Λέρου, όπου έχουν ολοκληρωθεί εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού αξιοποιώντας πόρους και του Ταμείου Ανάκαμψης. Με αυτά τα κονδύλια έγινε η αναβάθμιση του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών, της καρδιολογικής, της παθολογικής, της γυναικολογικής και της παιδιατρικής μονάδας, των χειρουργείων, του ακτινολογικού εργαστηρίου, της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού δυναμικής 10 θέσεων και των κοινόχρηστων χώρων. «Η κυβέρνηση ολοκληρώνει εντός των επόμενων μηνών, με το κλείσιμο του Ταμείου Ανάκαμψης, τη μεγαλύτερη παρέμβαση στις υποδομές του Εθνικού Συστήματος Υγείας από συστάσεώς του. Η δέσμευσή μας είναι να παραδώσουμε ένα ΕΣΥ πολύ καλύτερο από αυτό το οποίο παραλάβαμε, με έμφαση στις υποδομές, στις προληπτικές εξετάσεις, στη στελέχωση του συστήματος Υγείας», ανέφερε ο πρωθυπουργός.

Ο κ. Μητσοτάκης πήγε επίσης στο λιμάνι στο Λακκί, όπου πάλι με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης έγιναν έργα συντήρησης και ενώ έχει δρομολογηθεί η επέκταση της κεντρικής προβλήτας, με στόχο τη γενικότερη αναβάθμιση των εγκαταστάσεων. Ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε ακόμη το νέο αγκυροβόλιο τουριστικών σκαφών, το οποίο θα μπορεί να φιλοξενήσει έως 70 σκάφη αναψυχής και το ιστορικό «Ξενοδοχείο Λέρος» στο Λακκί, το οποίο έχει αποκατασταθεί από το υπουργείο Πολιτισμού, έπειτα από περίπου τέσσερις δεκαετίες που παρέμενε σε εγκατάλειψη.
Εφημερίδα Απογευματινή








