Η απόφαση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου να βάλει φρένο στην ανεξέλεγκτη παροχολογία, για την οποία η «Απογευματινή» είχε αναφερθεί εκτενώς στο πρωτοσέλιδο της 25ης Ιουνίου υπό τον τίτλο «Κόφτης στην ακατάσχετη παροχολογία», σηματοδοτεί κατ’ αρχάς καμπή στον τρόπο με τον οποίο θα διεξάγεται από το φθινόπωρο ο προεκλογικός αγώνας.
Με την ενεργοποίηση από την 1η Νοεμβρίου της διαδικασίας υποβολής των προεκλογικών προγραμμάτων από τα κόμματα προς κοστολόγηση, θεσπίζεται για πρώτη φορά ένα αυστηρό φίλτρο σε όσα εξαγγέλλονται γενικώς και αορίστως, με στόχο να διαχωριστούν οι ρεαλιστικές προτάσεις από τις ανέξοδες εκλογικές υποσχέσεις. Η εξέλιξη αυτή αλλάζει άρδην τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα κρίνεται πλέον στο επίπεδο της συνθηματολογίας και των social media αλλά στη βάση της τεκμηρίωσης και των οικονομικών μεγεθών.
“Σφραγίδα αξιοπιστίας”
Το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στη στάση που θα κρατήσει η αντιπολίτευση κυρίως, καθώς ο προαιρετικός χαρακτήρας της όλης διαδικασίας μεταφέρει την ευθύνη της απόφασης στους ίδιους τους πολιτικούς σχηματισμούς. Τα κόμματα δηλαδή θα είναι αυτά που θα αποφασίσουν αν θα καταθέσουν προς αξιολόγηση τα προγράμματά τους προκειμένου να λάβουν «σφραγίδα» αξιοπιστίας από την ανεξάρτητη Αρχή του ΔΣ. Και αφορά βεβαίως ειδικότερα το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ, με δεδομένες τις κατηγορίες που δέχονται από την κυβερνητική πλευρά για υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα και άκρατη παροχολογία. Αν δηλαδή θα θέσουν τις προγραμματικές εξαγγελίες τους στη βάσανο του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, αναλαμβάνοντας το ρίσκο μιας πιθανής απόρριψης αυτών που υπόσχονται προς τους πολίτες λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης. Ή, αντιθέτως, αν θα κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά στην περίπτωση που το ΔΣ επιβεβαιώσει πως όντως όσα υπόσχονται δημοσιονομικά είναι βιώσιμα, εισπράττοντας πολιτικά την επιβεβαίωση της σοβαρότητας των προγραμμάτων τους.
Την ίδια στιγμή, η Νέα Δημοκρατία θεωρείται δεδομένο πως θα κινηθεί άμεσα, επιδιώκοντας να σύρει πρώτη τον χορό της υποβολής των μέτρων της προς κοστολόγηση, ώστε να εδραιώσει το κυβερνητικό αφήγημα περί υπεύθυνης διαχείρισης και παράλληλα να ασκήσει ασφυκτική πολιτική πίεση σε ΠΑΣΟΚ και Αλέξη Τσίπρα.
Αυτή η νέα πραγματικότητα υποχρεώνει το σύνολο του πολιτικού συστήματος να αναμετρηθεί με την πραγματική αριθμητική των δημόσιων οικονομικών, βάζοντας τέλος στην εποχή όπου οι παροχές έδιναν και έπαιρναν στον δημόσιο χώρο. Η πρόκληση πλέον είναι πραγματική με την εισαγωγή, έστω σε εθελοντική βάση, πήχη αξιοπιστίας, καθώς η άρνηση κάποιου κόμματος συμμετοχής στη διαδικασία αξιολόγησης λογικά θα εκληφθεί από τους πολίτες ως ομολογία αδυναμίας ή έλλειψης σοβαρού σχεδιασμού. Κατά πόσο το πολιτικό προσωπικό θα ανταποκριθεί σε αυτό το νέο πλαίσιο μένει να αποδειχθεί στην πράξη, όμως το βέβαιο είναι ότι το επίπεδο της δημοσιονομικής ευθύνης ανεβαίνει πλέον σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Ακόμη και αν η υποβολή είναι προαιρετική, η άρνηση κάποιου κόμματος να υποβάλει το πρόγραμμά του αν μη τι άλλο εκθέτει σοβαρά τις εξαγγελίες του στην αμφισβήτηση εκ μέρους του εκλογικού σώματος.
Ολλανδικό μοντέλο
Όσον αφορά τη λειτουργία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, οι ειδικοί επιστήμονες της Αρχής σε συνεργασία και με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, όπου απαιτείται, θα αναλύουν το άμεσο και έμμεσο κόστος των μέτρων καθώς και τις πιθανές πηγές χρηματοδότησης που προτείνει κάθε κόμμα. Το Συμβούλιο, έχοντας ως πρότυπο το ολλανδικό μοντέλο, θα συντάσσει και θα δημοσιεύει τη σχετική έκθεση, που θα δείχνει αν το πρόγραμμα είναι δημοσιονομικά ισορροπημένο ή αν οδηγεί σε τρύπα στα δημόσια ταμεία. Στην Ολλανδία το CPB (Bureau for Economic Policy Analysis) επιτελεί αυτόν τον ρόλο από το 1986.
Στη χώρα της τουλίπας και του Γιόχαν Κρόιφ πριν από κάθε προεκλογική περίοδο όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα υποβάλλουν υποχρεωτικά τα προγράμματά τους στο CPB. Αυτό επεξεργάζεται εκατοντάδες προτεινόμενα μέτρα και δημοσιεύει μια συγκριτική μελέτη που δείχνει τι επίδραση θα έχει το πρόγραμμα κάθε κόμματος στην απασχόληση, στο έλλειμμα, στην αγορά κατοικίας, ακόμα και στο περιβάλλον. Αν κάποιο ολλανδικό κόμμα αρνηθεί να υποβάλει το πρόγραμμά του ή αν η ανάλυση δείξει… αμφιλεγόμενα σημεία, τότε θεωρείται… μοιραίο, καθώς οι Ολλανδοί όπως και τα τοπικά ΜΜΕ αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο κόμμα ως μη σοβαρό.
Εφημερίδα Απογευματινή











