Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, ότι η Κίµπερλι Γκίλφοϊλ καλείται να παραιτηθεί από τη θέση της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Αθήνα, έβαλε απότοµα τέλος σε µια θητεία που διήρκεσε µόλις 343 ηµέρες. Η εξέλιξη γνωστοποιήθηκε το απόγευµα της περασµένης Τρίτης, στη διάρκεια µιας εξαιρετικά σύντοµης ενηµέρωσης των δηµοσιογράφων, αιφνιδιάζοντας το ευρύ κοινό, όχι όµως τους άµεσα ενδιαφερόµενους.
Σύµφωνα µε αποκλειστικές πληροφορίες της «Κυριακάτικης Απογευµατινής», τα σύννεφα πάνω από την πρεσβεία είχαν πυκνώσει αρκετό καιρό πριν από την επίσηµη ανακοίνωση. Η ενόχληση του Ντόναλντ Τραµπ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούµπιο, για τα δηµοσιεύµατα αµερικανικών µέσων ενηµέρωσης σχετικά µε την προσωπική οικονοµική διαχείριση της κ. Γκίλφοϊλ, φέρεται να είχε ήδη µεταφερθεί στην ίδια και µάλιστα πριν από την επίσκεψη του κ. Ρούµπιο στην Αθήνα.
Παρά τις προειδοποιήσεις, ωστόσο, η ίδια δεν φέρεται να είχε εκτιµήσει ότι η υπόθεση θα κατέληγε στην αποµάκρυνσή της. Σύµφωνα µε καλά ενηµερωµένες πηγές, η κ. Γκίλφοϊλ δεν ανέµενε σε καµία περίπτωση ότι θα πληροφορούνταν την εξέλιξη παρακολουθώντας τηλεοπτικά την ανακοίνωση, όπως εκατοµµύρια άλλοι πολίτες ανά τον κόσµο.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η κ. Γκίλφοϊλ είχε δεχθεί αίτηµα να υποβάλει την παραίτησή της λίγο πριν από τη δηµόσια ανακοίνωση. ∆εν συναίνεσε, όµως, σε αυτή τη διαδικασία, µε αποτέλεσµα να βρεθεί αντιµέτωπη µε µια απόφαση που είχε ήδη ουσιαστικά ληφθεί. Φαίνεται πως η τελική απόφαση ελήφθη το Σαββατοκύριακο. Η «Wall Street Journal» έχει αναφέρει ότι, όταν η Γκίλφοϊλ αντιλήφθηκε πως η θέση της κινδύνευε, επιχείρησε να κινητοποιήσει τις επαφές της στην Ουάσινγκτον, επικοινωνώντας µε πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Αµερικανού προέδρου, προκειµένου να εξασφαλίσει πολιτική υποστήριξη.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας που διατηρούσε µε υψηλόβαθµους αξιωµατούχους της αµερικανικής διοίκησης αποτελούσαν, άλλωστε, ένα από τα σηµαντικά πλεονεκτήµατά της. Αυτή τη φορά, όµως, οι προσωπικές διασυνδέσεις δεν αποδείχθηκαν αρκετές για να ανατρέψουν την πορεία των πραγµάτων.
Οι καταγγελίες
Το ζήτηµα που φαίνεται να επιβάρυνε περισσότερο τη θέση της ήταν η αλληλουχία δηµοσιευµάτων για οικονοµικές υποθέσεις και φερόµενες απαιτήσεις χρηµάτων. Ο πρώην δωρητής και πολιτευτής των Ρεπουµπλικανών, Ερικ Ντίτερς, υποστήριξε ότι η κ. Γκίλφοϊλ τον πίεσε να της καταβάλει 100.000 δολάρια, προκειµένου να καλύψει οφειλή στην American Express. Η ίδια αρνήθηκε τις κατηγορίες, όπως και οι δικηγόροι της, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο κ. Ντίτερς την είχε προσλάβει ως κεντρική οµιλήτρια σε εκδηλώσεις του και ότι εξακολουθούσε να της οφείλει περίπου 150.000 δολάρια. «Οι ισχυρισµοί αυτοί είναι ψευδείς και προτίθεµαι να υπερασπιστώ σθεναρά το όνοµά µου, τη φήµη µου και την ακεραιότητά µου», είχε γράψει η ίδια στην πλατφόρµα Χ. Η δηµόσια διάψευσή της, ωστόσο, δεν ανέκοψε τη δηµοσιότητα που έλαβε η υπόθεση.
Ακολούθησαν αναφορές στον αµερικανικό Τύπο για φερόµενες ανεξόφλητες υποχρεώσεις σε εστιατόρια, αλλά και για εκκλήσεις προς επιχειρηµατίες να συνδράµουν στην εξεύρεση 250.000 δολαρίων για την αποπληρωµή της ακριβής Mercedes της. Οι ισχυρισµοί αυτοί ενίσχυσαν την πίεση προς την τέως -πλέον- πρέσβειρα και οδήγησαν στην έναρξη ενδελεχούς έρευνας από το Στέιτ Ντιπάρτµεντ
Νέο «άδειασµα»
Σε συνέντευξή του στο Newsmax, ο Αµερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραµπ εµφανίστηκε απογοητευµένος από όσα διάβασε για την κ. Γκίλφοϊλ, ενώ διευκρίνισε ότι δεν είχε επικοινωνήσει µαζί της µετά τις τελευταίες εξελίξεις. «∆εν θέλω να το σκέφτοµαι αυτό. Απογοητεύθηκα από όσα διάβασα, δεν της έχω µιλήσει», ανέφερε ερωτηθείς αν θα εξέταζε το ενδεχόµενο να της απονείµει προεδρική χάρη, σε περίπτωση που προκύψουν νοµικές περιπέτειες. Η απάντησή του δεν συνιστά απόφαση για το ενδεχόµενο αυτό, αποτυπώνει όµως την επιφυλακτικότητα µε την οποία αντιµετωπίζει πλέον την υπόθεση. Την ίδια στιγµή, ο κ. Τραµπ επιχείρησε να διαχωρίσει την αξιολόγησή του για το έργο της στην Ελλάδα από τις πληροφορίες που είδαν το φως της δηµοσιότητας. «Εκανε πολύ καλή δουλειά στην Ελλάδα ως πρέσβης», δήλωσε, προσθέτοντας ότι εξεπλάγη από όσα διάβασε σε δηµοσιευµένα µηνύµατα.
Ο Τραµπ αναφέρθηκε, παράλληλα, στη µακρόχρονη γνωριµία τους, διευκρινίζοντας ότι δεν τη γνώριζε τόσο καλά προσωπικά. Η συγκεκριµένη τοποθέτηση έχει τη δική της πολιτική σηµασία, καθώς δείχνει ότι, παρά την προηγούµενη σχέση της µε τον Ντόναλντ Τραµπ Τζούνιορ και την παρουσία της στον ευρύτερο κύκλο του προέδρου, η κ. Γκίλφοϊλ δεν φαίνεται να απολαµβάνει πλέον την ίδια πολιτική κάλυψη.
Η αµερικανική διοίκηση βρίσκεται, άλλωστε, αντιµέτωπη µε µια υπόθεση που εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήµατα. Εφόσον ο έλεγχος του Στέιτ Ντιπάρτµεντ βρίσκεται σε εξέλιξη, η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει τη δηµοσιότητα γύρω από τις καταγγελίες, ιδίως ενόψει των ενδιάµεσων εκλογών του Νοεµβρίου. Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί αναλυτές αποδίδουν τη γρήγορη και µάλλον ψυχρή αποµάκρυνση της πρέσβειρας στην ανάγκη της κυβέρνησης να περιορίσει τυχόν πολιτικό κόστος.
«Σεµνά και ταπεινά»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε και η κίνηση του Μάρκο Ρούµπιο µία ηµέρα µετά την ανακοίνωση της αποχώρησης. Ο επικεφαλής της αµερικανικής διπλωµατίας απέστειλε εσωτερικό µήνυµα προς τους εργαζόµενους του Στέιτ Ντιπάρτµεντ, υπενθυµίζοντας τις υποχρεώσεις τους ως προς την υπηρεσιακή δεοντολογία. Το µήνυµα, όπως το περιγράφουν έµπειροι διπλωµάτες στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», κινήθηκε στη λογική του «σεµνά και ταπεινά»: αποφυγή συγκρούσεων συµφερόντων, αµεροληψία κατά την άσκηση των καθηκόντων και απαγόρευση αξιοποίησης του δηµόσιου αξιώµατος για προσωπικό όφελος.
Από αµερικανικής πλευράς υπήρξαν διαρροές σύµφωνα µε τις οποίες η αποστολή του υποµνήµατος είχε προγραµµατιστεί πριν από την αποµάκρυνση της κ. Γκίλφοϊλ και δεν συνδεόταν µε την υπόθεσή της. Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Πότε φεύγει από την Αθήνα
Το επόµενο ερώτηµα αφορά πλέον την παραµονή της κ. Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα. Σύµφωνα µε αποκλειστικές πληροφορίες της «Κυριακάτικης Απογευµατινής», το πρωτόκολλο προβλέπει ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει την πρεσβευτική κατοικία µέσα σε διάστηµα µιας έως (µάξιµουµ) δύο εβδοµάδων. Το αν θα αναχωρήσει αµέσως από τη χώρα αποτελεί διαφορετικό ζήτηµα και εξαρτάται από την ίδια. Με την ολοκλήρωση των καθηκόντων της, παύει να εκπροσωπεί την αµερικανική κυβέρνηση. Σύµφωνα µε έγκυρες πηγές, ο γιος της έχει ήδη επιστρέψει στις ΗΠΑ. Την περσινή χρονιά σπούδαζε εξ αποστάσεως σε αµερικανικό πανεπιστήµιο, ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










