Αυτά είναι τα καινούργια βλαστάρια που µεγάλωσαν µέσα στα δέκα τελευταία χρόνια, µετά το 1922. (…).
– Βλέπεις, Ανζέλ, τι όµορφες που είναι. Και ξεφτέρια. Αν είναι έξυπνες, γρήγορα παντρεύονται. Γιατί είναι πολλές που πέφτουν έξω. Φταίει, βέβαια, και η φτώχεια και η µιζέρια.
Μετά µπήκαµε στα στενά δροµάκια της Κοκκινιάς. Είναι γεµάτα παιδιά. Ζουζουνίζουν µπρος σε µικρά σπιτάκια. Από κάθε σπίτι ακούγονται χαρούµενες φωνές και γέλια. Αντρες και γυναίκες κάθονται στις πόρτες τρώγοντας πασατέµπο, φωνογράφοι τραγουδούν διάφορα µικρασιάτικα τραγούδια. Είναι διάχυτη η χαρά σε όλη την ατµόσφαιρα»: µια περιγραφή της προσφυγικής Κοκκινιάς από την Ανζέλ Κουρτιάν.
Η Κοκκινιά, η «µητρόπολη της προσφυγιάς», όπως χαρακτηρίστηκε, είναι ο συνοικισµός που πήρε τη µεγαλύτερη µερίδα από το λαϊκό τραγούδι. Από τους πρώτους συνθέτες που καταχώρισαν το όνοµά της µέσα σε στίχους ήταν ο Παναγιώτης Τούντας, που έγραψε το «Κουκλί της Κοκκινιάς», και ο ∆ηµήτρης Σέµσης ή Σαλονικιός, µε την «Καµωµατού Σµυρνιά» του:
«Σ’ ένα γλέντι µια βραδιά
τα ‘µπλεξα µε µια Σµυρνιά
ήταν όλο τσαχπινιά
η καµωµατού η Σµυρνιά.
Ξακουστή στην Κοκκινιά
η Μαρίτσα η Σµυρνιά
µ’ όλους παίζει και γελά,
µα ποτέ δεν αγαπά.
Σµυρνιοπούλα µερακλού,
κάνε εµένα, γιαβουκλού,
να περνούµε εγώ κι εσύ
έµορφη ζωή χρυσή».
Σε µιαν άλλη περιοχή, κοντά στην Αθήνα, τους Ποδαράδες, πλάι σε ένα ρέµα που λεγόταν Ποδονίφτης, άρχισαν ν’ αναπτύσσονται άλλοι προσφυγικοί συνοικισµοί. Προσφυγόσπιτα, εργαστήρια και εργοστάσια έκαναν την εµφάνισή τους εκεί όπου ήταν άλλοτε βοσκοτόπια και νερά τρεχούµενα, για τα κοπάδια των Μενιδιατών βοσκών. Εκεί όπου αντιλαλούσαν κουδούνια και βελάσµατα, ακούγονταν τώρα οι σειρήνες και οι µηχανές των εργοστασίων. Κι εκεί όπου ηχούσε η ποιµενική φλογέρα αντηχούσαν τώρα τα βιολιά, τα λαούτα και η µουσική των φωνογράφων. Το αγροτικό περιβάλλον εκτοπιζόταν απότοµα από το αστικό και η επικράτεια του δηµοτικού τραγουδιού παραχωρούσε τη θέση της στην επικράτεια του λαϊκού τραγουδιού.
Ακόµα και τα τοπωνύµια Ποδαράδες και Ποδονίφτης επρόκειτο σε λίγο να αντικατασταθούν από τις ονοµασίες Νέα Ιωνία και Νέα Φιλαδέλφεια και να εξαφανιστούν, αν δεν προλάβαιναν κάποιοι δίσκοι να τα καταγράψουν µεγαλόψυχα και να τα διατηρήσουν στη συλλογική µνήµη. Το τραγούδι του Τούντα «Στον Ποδονίφτη» αποτυπώνει τις παλιές ονοµασίες του πρώην ποιµενικού εκείνου τοπίου.
«Στον Ποδονίφτη µια έµορφη µικρούλα,
µια αλανιάρα, µου τα πήρε ούλα.
Η εµορφιά της
µε έχει ξετρελάνει, µα η τσαχπινιά της,
αχ, θα µε πεθάνει.
Η αλανιάρα µου µ’ όλους γλεντάει
και τα δικά µου τα φιλιά ξεχνάει.
Αχ, Ποδονίφτισσα, έχω µεράκι
και τραγουδώ στην πόρτα σου µε πόνο·
πάλι ξενύχτησα, πίνω φαρµάκι και στα γερά κι εγώ για σένα λιώνω».
Αυτά τα τραγούδια µε τις ονοµασίες των προσφυγικών συνοικισµών και µε τις αναφορές τους στα µέρη καταγωγής των προσφύγων αποτελούσαν τόπο κοινού ενδιαφέροντος για τους ξεριζωµένους. Τους θύµιζαν την κοινή µικρασιάτικη προέλευση, τους κοινούς κατατρεγµούς και τα προβλήµατα, την κοινή µοίρα. Οι ανατολίτικες µελωδίες, τα αγαπηµένα τους µουσικά όργανα, οι ελαφροί γλωσσικοί ιδιωµατισµοί, οι λέξεις µε ιδιαίτερο σµυρναίικο ή πολίτικο χρώµα, τους φέρνανε πιο κοντά µεταξύ τους, τους θυµίζανε τις χαµένες πατρίδες. Ετσι, όλα αυτά τα τραγούδια µαζί αποτελούσαν κώδικα επικοινωνίας και αναγνώρισης στα γλέντια και στην καθηµερινή ζωή τους.
Ενας πρόσφυγας συνθέτης από την Κωνσταντινούπολη φιλοδόξησε να συνοψίσει όλα αυτά τα στοιχεία σ’ ένα τραγούδι, στο οποίο να συµπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερα τοπωνύµια. Πραγµατικός κατάλογος και κώδικας των προσφυγικών συνοικισµών της Αθήνας και του Πειραιά και της ζωής σε αυτούς, «Ο µερακλής των συνοικισµών» του Γρηγόρη Ασίκη παρουσιάζει ένα πανόραµα της προσφυγικής ζωής λίγο πριν από το 1930. Εξαιτίας της µεγάλης σηµασίας που έχει για το θέµα µας αυτό το τραγούδι κι επειδή είναι τελείως άγνωστο, το παραθέτουµε ολόκληρο.
«Κάθε βράδυ τριγυρνώ
απ’ ένα συνοικισµό:
Ποδονίφτη, Ποδαράδες
που ‘χει όµορφες σαν νεράιδες.
Στο Πολύγωνο, παιδιά,
είναι όλες λεβεντιά
και περίπατο σαν βγαίνουν
αχ, τον κόσµο ξετρελαίνουν.
Στου Συγγρού έχει νταήδες
και στην τρίχα µερακλήδες.
Αµανέ και ζεϊµπεκάκι,
είναι όλα τους µεράκι.
Και στον Βύρωνα πολλές
άσπρες και µελαχρινές,
µε τσαχπίνικες µατιές
καίνε πολλές καρδιές.
Κοπανά και Υµηττό,
µου ‘ρχεται να τρελαθώ,
σαν κουκλίτσες κοριτσάκια
που σε βάζουν σε µεράκια.
Κι αν θα πας στο Περιστέρι,
όλοι οι νέοι έχουν ταίρι,
µε σκοτάδι στα σοκάκια
παίρνουνε γλυκά φιλάκια.
Στα Σφαγεία όλες ξεύρουν
στη στιγµή να σε µαγεύουν
και σου κλέβουν την καρδιά
κι όλο πας κάθε βραδιά.
Θα σας πω την Κοκκινιά
που ‘ν’ οι µπύρες και βιολιά,
όλο γλέντι, τραγουδάκια π
ω, πω, πω, κι εκεί µεράκια!
Κι αν θα δείτε τα Ταµπούρια,
που τα πίνουνε στη φούρια,
µε λατέρνα και ουζάκι,
έτσι σπάζουνε κεφάκι. Τ
η ∆ραπετσώνα για να δείτε,
πρέπει για να τρελαθείτε.
Πόντιοι µε τα λυράκια
ξετρελαίνουν κοριτσάκια».
Στα τραγούδια των προσφυγικών συνοικισµών δεν αναφέρεται ούτε µία φορά η λέξη «πόλεµος» και «καταστροφή». Ετσι που κάποιος ανυποψίαστος παρατηρητής θα µπορούσε να τα θεωρήσει σαν απλά ερωτικά τραγούδια. Οµως, αν και άδηλη, η τραγωδία του 1922 βρίσκεται παρούσα, κρυµµένη πίσω από τις κάπως αφελείς γραµµές τους. Στο σµυρναίικο τραγούδι το ερωτικό µοτίβο, συνδυασµένο µε εκείνο των συνοικιών και των τόπων, δηµιουργούσε ένα σύνθετο θέµα: τη συµµετοχή του χώρου στην ερωτική ίντριγκα ή, αλλιώς, τη συµµετοχή του έρωτα στην αγάπη για τον χώρο.
Στα τραγούδια των προσφυγικών συνοικισµών έρχεται να προστεθεί ακόµα ένα θεµατικό µοτίβο: εκείνο της προσφυγιάς που παραβρίσκεται σιωπηρά σε κάθε εκδήλωση του βίου των ξεριζωµένων. Ετσι, το ερωτικό παιχνίδι ανάµεσα στον άντρα και τη γυναίκα παίρνει µια άλλη σηµασία: γίνεται η δύναµη του έρωτα και της ζωής που ανθίζει πάνω στα ερείπια και τα αποκαΐδια του πολέµου. Οι πρόσφυγες, κατεστραµµένοι από τη σύγκρουση δύο εθνικισµών πάνω στα κεφάλια τους, ριγµένοι σε µια ξένη γη, έχουν ακόµη την ικανότητα να εκτιµούν τις οµορφιές της ζωής, να ερωτεύονται κι έτσι να προεκτείνουν την ύπαρξή τους µέσα στον χρόνο.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»









