«Εγώ γνώρισα πάρα πολλούς σαλταδόρους και πολλοί ήτανε φίλοι µου. Ο Καρδάρας ο Στέλιος, που τον σκοτώσανε οι ταγµατασφαλίτες, δεν ήτανε µόνο σαµποτέρ και αγωνιστής, ήτανε και από τους καλύτερους σαλταδόρους. Αυτός πήδηξε µια φορά σ’ ένα γερµανικό αυτοκίνητο που είχε ένα µουσαµά πίσω, που σκεπάζανε τα πράγµατα. Οι Γερµανοί, επειδή είχανε πάρει χαµπάρι ότι σαλτάρανε, αρχίζανε και βάζανε πού και πού πίσω σκοπούς, που ήταν κρυµµένοι για να µην τους βλέπουν
οι σαλταδόροι. Ετσι γίνηκε κι όταν σάλταρε ο Καρδάρας στο αυτοκίνητο κι άρχισε να πετάει πράµατα από τη φούρια του, άρπαξε και τον Γερµανό που ήτανε κρυµµένος και σκεπασµένος µε τον µουσαµά και τόνε πέταξε στον δρόµο» (βλ. Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεµπέτικη Ιστορία», Νο 1, σελ. 255).
Μερικές σκόρπιες παραλλαγές των βασικών στίχων του συγκεκριµένου τραγουδιού θα ολοκληρώσουν την εικόνα από τη δράση των σαλταδόρων και θα
αναδείξουν καλύτερα το µέγεθος των κινδύνων που συνόδευαν το σαλτάρισµα, όπως γράφτηκε σε ελληνικό περιοδικό του 1965:
«Απάνω που ξεβίδωνε την έβδοµη τη βίδα,
του ρίξανε οι Ιταλοί µε µία αραβίδα.
Απάνω που ξεβίδωνε την τέταρτη ρεζέρβα,
οι Γερµανοί στα σπλάχνα του τού ρίξανε µια σφαίρα.
Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω
στο γερµανικό το κάρο
και θα πάρω κουραµάνα,
για να φάει παιδί και µάνα».
Στην Αµερική το τραγούδι φωνογραφήθηκε, αρχίζοντας µε τους εξής στίχους:
«∆εν τη φοβάµαι τη στενή, το ξύλο, την κουµπούρα,
εκείνο που φοβήθηκα είν’ η κοµαντατούρα.
Οταν περνούν οι Γερµανοί, περνάνε µ’ όλο πόζα,
πηδάω στ’ αυτοκίνητο και τους τα κλέβω όλα.
Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω
κι έτσι θα ξαναρεφάρω».
(Από το τραγούδι «Οι σαλταδόροι», στον δίσκο «Γιώργος Κατσαρός», 2 L.P., εγγραφή Αφοί
Φαληρέα)
Ο Μιχάλης Γενίτσαρης, ο χρονικογράφος της κατοχικής Αθήνας και του Πειραιά, και κυρίως της µαύρης αγοράς και των τολµηρών σαλταδόρων, αυτοδικαίως έχει τη µεγαλύτερη µερίδα της αναφοράς µας σ’ αυτό το κεφάλαιο, στο οποίο δίνει και τον τίτλο. Η παράθεση τραγουδιών άλλων συνθετών είχε σκοπό να παρουσιάσει την πολυχρωµία και να συµπληρώσει την εικόνα της Κατοχής µέσα από το λαϊκό τραγούδι. Στον Μάρκο Βαµβακάρη έχουµε ήδη αφιερώσει ένα από τα προηγούµενα κεφάλαια, ενώ στον ∆ηµήτρη Γκόγκο-Μπαγιαντέρα, που µπορεί να χαρακτηριστεί ο υµνητής της Αντίστασης, θα αφιερώσουµε το επόµενο κεφάλαιο.
Ο Γενίτσαρης, γεννηµένος το 1917 στον Πειραιά, βρισκόταν κι αυτός προπολεµικά ανάµεσα σε προλετάριο και λούµπεν, όπως ο Βαµβακάρης. Από 15 χρόνων παιδί δούλευε σε λεβητοποιείο, τα βράδια ωστόσο ζούσε τη ζωή της µαγκιάς. Με τα πρώτα του λεφτά αγόρασε µπουζούκι κι αυτό έγινε αιτία να ανοίξει λογαριασµούς µε την αστυνοµία και να λερώσει το ποινικό του µητρώο. Ενας αστυφύλακας του έσπασε το µπουζούκι και… «Το αποτέλεσµα το λέω τώρα: τον έσπασα στο ξύλο µέχρι του θανατά, τον έστειλα στο νοσοκοµείο, εγώ δικάστηκα και πλήρωσα άσχηµα και άσ’ τα» (Κώστα Χατζηδουλή, ό.π. σελ. 137).
Τα προπολεµικά τραγούδια του εκφράζουν κι αυτά τη ζωή του κοινωνικού περιθωρίου, όπως φαίνεται και στο πρώτο του:
«Εγώ µάγκας φαινόµουνα να γίνω από µικράκι,
κατάλαβα τα έξυπνα κι έµαθα µπουζουκάκι.
Αντί σχολειό µου πάγαινα µέσ’στου Καραϊσκάκη,
έπινα διάφορα πιοτά, να µάθω µπουζουκάκι».
(Μιχάλη Γενίτσαρη, «Εγώ µάγκας φαινόµουνα», στον δίσκο
«Ρεµπέτικη Ιστορία», Νο 5, EMI)
Σε λίγα χρόνια παράτησε το λεβητοποιείο και άρχισε να ανοίγει µαγαζιά (καφέ-ουζερί) µε µπουζούκια, που όµως κλείνανε το ένα µετά το άλλο, γιατί το χρήµα δεν στέριωνε στα χέρια του Γενίτσαρη και ούτε του πήγαινε να γίνει ευκατάστατος νοικοκύρης. Στη συνέχεια δούλεψε σε άλλα κέντρα, όπου σύχναζαν
µάγκες και περιθωριακοί. Παλικάρι ο Γενίτσαρης (στις Απόκριες από µικρός ντυνόταν ζεϊµπέκης), τα έβαζε µε γροθιές, µε πιστόλια και µε κάµες, ακόµα
και µε ανθρώπους της εξουσίας, για ερωτοδουλειές και για το φιλότιµο. Μετά τον αστυφύλακα, τα έβαλε µε έναν ενωµοτάρχη και τραυµάτισε έναν ανθυπολοχαγό (ήταν και οι δυο ερωτικοί του αντίζηλοι). Ετσι, γνώρισε τη ζωή του φυγόδικου, του υπόδικου, του φυλακισµένου και τελικά του ποινικού εξόριστου, στα
χρόνια του Μεταξά, µε τον χαρακτηρισµό «δηµόσιος κίνδυνος».
Η νοοτροπία και στάση του Γενίτσαρη στη διάρκεια του Μεσοπολέµου ήταν αναρχική: «…εγώ δεν ήµουνα πολύ φίλος µε την εξουσία (…) λέω τώρα ότι δεν
τους γουστάριζα, ούτε κι αυτοί εµένα» (Κώστα Χατζηδουλή, ό.π., σελ. 138).
Κάπου αλλού λέει ότι έκανε σχέδια µε τους φίλους του να βγούνε στο βουνό αντάρτες για να γλιτώσουν από τη σύλληψη και τους χωροφύλακες. Ωστόσο,
δήλωσε ότι είχε συµπάθειες για την Αριστερά, από την οποία επηρεαζόταν πάντα. Η Κατοχή έκανε τον Γενίτσαρη να πολιτικοποιηθεί, να νιώσει το δράµα του λαού και να πάρει θέση στο πλευρό του. Υποκειµενικοί παράγοντες γι’ αυτή του την εξέλιξη ήταν η ανθρωπιά του χαρακτήρα του, η λεβεντιά του, η συµπάθειά του για τους αδύνατους και η αγάπη του για το άγραφο, το φυσικό δίκαιο. Αντικειµενικοί παράγοντες ήταν η γερµανική Κατοχή, που προκαλούσε την οργή και την αγανάκτηση σε κάθε αληθινό πατριώτη, και η Εθνική Αντίσταση, µε το τεράστιο γόητρό της, που έδειχνε τον δρόµο.
Μια θετική ανθρώπινη µορφή αγωνιστή που επηρέασε πολύ τον Γενίτσαρη ήταν ο Στέλιος Καρδάρας, που τον γνωρίσαµε παραπάνω, σαν ένα από τα
θετικά πρότυπα του «σαλταδόρου». Ο Καρδάρας, όπως µας πληροφορεί ο Γενίτσαρης, ήταν ένας από τους µεγαλύτερους σαµποτέρ εναντίον των Γερµανών που «τους είχε κυριολεκτικά σακατέψει από τα σαµποτάζ». Γι’ αυτό και οι Γερµανοί τον καταζητούσαν και είχαν αµολήσει τους πληροφοριοδότες τους να τον βρουν. Ο Γενίτσαρης συµπλήρωσε την προσωπικότητα του Καρδάρα, χαρακτηρίζοντάς τον «Θεό της φτωχολογιάς», γιατί τα τρόφιµα και τα αγαθά που άρπαζε από τους Γερµανούς τα µοίραζε στον κόσµο, που µαστιζόταν από τα δεινά της Κατοχής.
Ο θάνατος αυτού του 18χρονου παλικαριού το 1944 έδωσε στον Γενίτσαρη την ευκαιρία γράψει το πιο ανθρώπινο τραγούδι του. ∆ίνουµε τον λόγο στον ίδιο:
«Πολλά κατορθώµατα έκανε αυτό το παιδί, που έχουνε µείνει στο µυαλό όλων. Ακόµα το κουβεντιάζει ο κόσµος. Μέχρι που, γερµανόφιλοι, χαφιέδες, τέτοιοι, του στήσανε ενέδρα στα περβόλια, στον Αγιο Γιάννη Ρέντη. Είπαµε ότι τον κυνηγάγανε µε µανία. ∆εν άφηνε αυτοκίνητα, αποθήκες, που να µην τα ανατινάξει. ∆εν θα τον επιάνανε ποτές τον Στέλιο, αλλά εκείνη την ηµέρα ήτανε άτυχος. Πολύ άτυχος, κι αυτό του πήρε τη ζωή. Ητανε καλοκαίρι και πήγε σε µια στέρνα, εκεί στα περβόλια του Ρέντη, για να πλυθεί. Εβγαλε τα ρούχα του, ακούµπησε τα πιστόλια δίπλα, και µόλις έσκυψε να πλυθεί, πέσανε πάνω του και τόνε πιάσανε. Τον δέσανε µε ένα σύρµα και τον πήγανε εκεί, προς τον Αγιο ∆ιονύση, στη ∆ραπετσώνα κοντά. Πενήντα ντουφέκια πέσανε πάνω του να βγάλουν το άχτι τους, το µίσος που του ’χανε. Του κόψανε και τα γεννητικά όργανα. Τ’ όνοµα αυτουνού του παιδιού είχε γίνει ύµνος, είπαµε, στον Περαία, και όλοι κλάψανε που χάθηκε. Μεγάλος πατριώτης, ψυχή που δεν λέγεται, από προδοτικές σφαίρες πήγε» (Κώστα Χατζηδουλή, ό.π., σελ.258).
Μόλις έµαθε τον φόνο του αντιστασιακού, ο Γενίτσαρης, αυτός ένας κατάδικος του ποινικού δικαίου, ένας σκληρός νταής που καθάριζε τους λογαριασµούς του µε κουµπούρια και κάµες, µε µάτια θαµπά, µε χέρια που τρέµανε, έπιασε χαρτί και µολύβι και ύµνησε τον θάνατο του παλικαριού. Υστερα έπιασε το µπουζούκι του και
τραγούδησε: «Πενθοφορεί η Αγιά Σοφιά,
Παλιά και Νέα Κοκκινιά,
κλάψε κι εσύ τώρα, ντουνιά,
πιάσαν τον Στέλιο τα σκυλιά.
Τον πιάσαν γερµανόφιλοι και
ταγµατασφαλίτες
τον Στέλιο τον Καρδάρα µας,
στον Ρέντη, οι αλήτες.
∆εµένο τον επήγανε προς τον
Αγιο ∆ιονύση,
δέκα ντουφέκια του ’ριχναν,
ώσπου να ξεψυχήσει.
Θεέ µου, ας προλάβαινες, να
’κανες άλλη κρίση, που ’χε µανούλα κι αδελφές και
έπρεπε να ζήσει.
Αδικα τον σκοτώσανε, λες κι
ήτανε κατάρα,
Γιατ’ ήταν στην Αντίσταση, τον
Στέλιο τον Καρδάρα».
(Μιχάλη Γενίτσαρη, «Καρδάρας», στου Κώστα Χατζηδουλή, ό.π., σελ. 256-257)
Είναι µία από τις σηµαντικές στιγµές του λαϊκού τραγουδιού. Ο Γενίτσαρης λέει και επαναλαµβάνει το όνοµα και το επίθετο του σκοτωµένου φίλου του σε µια προσπάθεια να το αποτυπώσει για πάντα στην ανθρώπινη µνήµη. Και φαίνεται πως το κατορθώνει. Τα ονόµατα των προσφυγικών συνοικισµών και τοπωνυµίων
που δένονται αξεδιάλυτα µε τη δράση, χάρη στις οµοιοκαταληξίες, δείχνουν ότι ο ήρωας βγήκε µέσα από τα σπλάχνα του πειραιώτικου λαού και µάλιστα του πιο χτυπηµένου από την αδικία, του προσφυγικού. Το αίµα του αγωνιστή, χυµένο από τις πληγές που του άνοιξαν δεκάδες προδοτικά ντουφέκια, θα ζυµωθεί µε το χώµα αυτών των συνοικισµών που τον είδαν να µεγαλώνει, σε µιαν αδιάσπαστη ενότητα.
Εντυπωσιάζει το πάθος µε το οποίο ο συνθέτης καυτηριάζει και στιγµατίζει τους συνεργάτες των Γερµανών. «Μόλις έβαλα µουσική και το ’παιξα λίγες φορές, το µάθανε παντού. Το µάθανε όλοι οι σαµποτέρ, οι αγωνιστές οι άλλοι, οι αντάρτες, όλοι. Το µάθανε και ήρθανε και µε πήρανε ΕΑΜίτες και αντάρτες, και µε πήγανε στην πλατεία, στην Κοκκινιά. Πέντε χιλιάδες κόσµος και παραπάνω µαζεύτηκε, εκεί που ήτανε η µεγάλη κεντρική πλατεία. Και τότες, µε κάτι παλιά µεγάφωνα που φέρανε, µε βάλανε και το ’παιξα και το τραγούδησα. Πριν αρχίσω κρατήσανε ένα λεπτό σιγή για τη µνήµη του παλικαριού. Οταν το τραγουδούσα, όλος ο κόσµος έκλαιγε» (Κώστα Χατζηδουλή, ό.π., σελ. 259).
Σηµείο συνάντησης και τοµής του λαϊκού τραγουδιού και της Εθνικής Αντίστασης είναι το τραγούδι «Στέλιος Καρδάρας», ένας αρραβώνας που σφιχτοδένει τα δύο λαϊκά κινήµατα, το ένα, το καλλιτεχνικό, και το άλλο, το αντάρτικο, σε έναν δεσµό που δεν µπορούν να τον κόψουν όλοι εκείνοι που δεν συµπαθούν ούτε το ένα ούτε
το άλλο.
Ο Μιχάλης Γενίτσαρης είναι µια χαρακτηριστική περίπτωση συνθέτη µε ανελικτική πορεία στις πολιτικές του ιδέες. Τα τραγούδια του είναι µια σειρά από σκαλοπάτια που ξεκινούν από τη ζωή της µαγκιάς του Μεσοπολέµου και φτάνουν στην κορυφή της συνειδητής, οµαδικής Αντίστασης.
Κυριακάτικη Απογευματινή







