«Στο κελί το διπλανό µου, φέραν κάποιον αδελφό µου…»

Τα λαϊκά και ρεμπέτικα άσματα έκαναν τη δική τους αντίσταση στη Χούντα, με τον Βασίλη Τσιτσάνη να τραγουδά στίχους εμνευσμένους από τα βασανιστήρια στην ΕΣΑ
17:17 - 17 Φεβρουαρίου 2026
«Στο κελί το διπλανό µου, φέραν κάποιον αδελφό µου...»
ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗ ∆ΙΚΤΑΤΟΡΙΑ, ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥ∆Ι ΤΩΝ ΤΣΙΤΣΑΝΗ - ΒΙΡΒΟΥ «ΤΗΣ ΓΕΡΑΚΙΝΑΣ ΓΙΟΣ», ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΣΤΗΝ ΕΣΑ

Η προσπάθεια του Χρήστου Κολοκοτρώνη να µεταπλάσει τον σκληρό ρόλο της εξουσίας σε τρυφερό λόγο, µε τον στίχο του τραγουδιού «Επιτέλους ήρθ’ η ώρα», απέτυχε γιατί ξεπερνούσε το στιγµιαίο πνεύµα της χούντας. Ετσι ο στιχουργός και συνθέτης σηµείωσε τη χαµηλότερή του επίδοση στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος στον πρώτο λόγο του προς τους δηµοσιογράφους, που έµεινε παροιµιώδης, παροµοιάζει τον ελληνικό λαό µε ασθενή, κάτι που δεν άγγιξε ο στίχος του τραγουδιού:

«Μην ξεχνάτε, κύριοι, ότι ευρισκόµεθα ενώπιον ασθενούς, τον οποίον έχουµε επί της χειρουργικής κλίνης και τον οποίον, αν ο χειρουργός δεν προσδέσει κατά την διάρκειαν της εγχειρήσεως επί της χειρουργικής κλίνης, υπάρχει περίπτωσις διά της εγχειρήσεως αντί να του χαρίση την αποκατάστασιν της υγείας του, να τον οδηγήση εις τον θάνατον (…). Οι περιορισµοί τους οποίους θα επιβάλωµεν είναι το δέσιµο του ασθενούς επί της κλίνης διά να υποστή ακινδύνως την εγχείρησιν» (Σόλωνος Γρηγοριάδη, «Ιστορία της ∆ικτατορίας», σελ. 108).

Στρατοδικεία, φυλακίσεις, φόνοι, βασανιστήρια είναι οι χειρουργικές επεµβάσεις της δικτατορίας πάνω στο σώµα του «ασθενούς». Στην οδό Μπουµπουλίνας,
στα αστυνοµικά τµήµατα, στα στρατόπεδα, στις φυλακές ακούγονταν τα βογκητά των δηµοκρατικών πολιτών που υφίσταντο την εγχείρηση. Λίγο µετά τη δικτατορία, κυκλοφόρησε το τραγούδι των Τσιτσάνη – Βίρβου «Της γερακίνας γιος», εµπνευσµένο από τα βασανιστήρια που γίνονταν στην ΕΣΑ:

«Ούτε στρώµα να πλαγιάσω,
ούτε φως για να διαβάσω
το γλυκό σου γράµµα, ωχ µανούλα µου…
Καλοκαίρι κι είναι κρύο,
ένα µέτρο επί δύο
είναι το κελί µου, ωχ µανούλα µου…
Μα εγώ δε ζω γονατιστός,
είµαι της γερακίνας γιος…
Τι κι αν µ’ ανοίγουνε πληγές,
εγώ αντέχω τις φωτιές…
Μάνα, µη λυπάσαι, µάνα, µη µε κλαις.
Ενα ρούχο µατωµένο
στρώνω για να ξαποσταίνω,
στο υγρό τσιµέντο, ωχ µανούλα µου…
Στο κελί το διπλανό µου,
φέραν κάποιον αδελφό µου,
πόσα θα τραβήξει, ωχ µανούλα µου…
Μα εγώ δε ζω γονατιστός,
είµαι της γερακίνας γιος…
τι κι αν µ’ ανοίγουνε πληγές,
Εγώ αντέχω τις φωτιές…
Μάνα, µη λυπάσαι, µάνα, µη µε κλαις».
(Στον δίσκο «Βασίλης Τσιτσάνης – Σκοπευτήριο», L.P. Columbia, 064-701 72, 1975, όψη Α’)

Το 1972 σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχηµα ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Ο συνθέτης της «Φαληριώτισσας» και του «Ζέπου» ήταν από τις πιο αγαπητές µορφές
στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Ηταν επίσης, για όσους τον ξέρανε, ένας επικριτής της δικτατορίας και υποστήριζε µάλιστα ότι οι συνθέτες δεν έπρεπε να βγάζουν δίσκους κατά τη διάρκεια της χούντας, σε ένδειξη διαµαρτυρίας και σαν πράξη αντίστασης. Ο θάνατος του Παπαϊωάννου έδωσε στον στιχουργό Πυθαγόρα την ευκαιρία να γράψει ένα τραγούδι που αποτελεί έµµεσο κατηγορητήριο στα σκοτάδια της 21ης Απριλίου. Για τη µουσική σύνθεση, το τραγούδι φέρει τις υπογραφές του Χρήστου Νικολόπουλου και του Στέλιου Καζαντζίδη:

«Μπάρµπα-Γιάννη, γέρασες,
πολλές φουρτούνες πέρασες
κι από κοντά µας ήρθ’ ο Χάρος να σε πάρει…
Εσύ που σαν αδέρφι µας
δε χάλαγες το κέφι µας,
κάνε µου τώρα και µια τελευταία χάρη.
Ενα γράµµα να µου στείλεις απ’ τον Αδη,
αν το φως είν’ πιο καλό απ’ το σκοτάδι…
Φως υπάρχει εδώ πάνω,
Μπάρµπα-Γιάννη µου, που λες,
µα το φως τι να το κάνω
που ’ναι µαύρες οι καρδιές.
Μπάρµπα-Γιάννη, φίλε µου,
ένα µαντάτο στείλε µου
και το µπουζούκι σου κι εκείνο περιµένει…
Εδώ τα ίδια πράµατα:
βάσανα, πόνοι, κλάµατα.
Στον κάτω κόσµο, τέλος πάντων, τι συµβαίνει;
Ενα γράµµα να µου στείλεις απ’ τον Αδη,
αν το φως είν’ πιο καλό απ’ το σκοτάδι…
Φως υπάρχει εδώ πάνω,
Μπάρµπα-Γιάννη µου, που λες,
µα το φως τι να το κάνω
που ’ναι µαύρες οι καρδιές».
(Στον δίσκο 45 στρ. «Ο Μπάρµπα-Γιάννης», Standard 5495, 7008, 1972)

Η χούντα της 21ης Απριλίου µε το πραξικόπηµα που έκανε στην Κύπρο, στις 15 Ιουλίου 1974, έφερε την καταστροφή. Η Τουρκία έκανε εισβολή και πήρε υπό την κατοχή της ένα µεγάλο µέρος του νησιού. Ωστόσο, η κατακραυγή του λαού και η πίεση των πολιτικών δυνάµεων ανάγκασαν τους συνταγµατάρχες να παραιτηθούν και να οδηγηθούν στο δικαστήριο. Την ηµέρα που έµαθε την πτώση της χούντας, ο ∆ηµήτρης Γκόγκος-Μπαγιαντέρας, τυφλός και γέρος, εµπνεύστηκε τον παρακάτω ύµνο στη Λευτεριά:

«Ποια να ’ναι αυτή η όµορφη,
η γαλαζοντυµένη;
Πάνω στο άσπρο άτι της
σαν αστραπή διαβαίνει!
Εχει στη µέση της σπαθί,
κοντάρι και ασπίδα,
πύρινη έχει τη µατιά
σαν κοφτερή λεπίδα.
Μα δε θυµάµαι πού και πώς,
πού να την ξαναείδα·
το Εικοσιένα πέρασε,
εκεί την πρωτοείδα.
Και το Σαράντα πέρασε
µε µια αναµµένη δάδα.
Ελευτεριά τη λέγανε,
µάνα είχε την Ελλάδα».

Η ανάµιξη των δυτικών δυνάµεων του ΝΑΤΟ, µε επικεφαλής τις ΗΠΑ, στη συνταγµατική εκτροπή του Παλατιού, στη δικτατορία της 21ης Απριλίου και στο πραξικόπηµα της Κύπρου ήταν ένα γεγονός γενικά παραδεκτό. Ο λαός, ύστερα από τόσες πολιτικές περιπέτειες και εθνικές καταστροφές, επιθυµούσε µια πιο ανεξάρτητη πολιτική της Ελλάδας. Το τραγούδι του Μαρίνου Γαβριήλ «Ρεµπέτικη κυβέρνηση» δίνει µε το δικό του χιουµοριστικό ύφος τα λαϊκά αισθήµατα εκείνης της ιστορικής στιγµής:

«Ρεµπέτικη κυβέρνηση
θα κάνω στην Ελλάδα
και µες στα υπουργεία µου
ρεµπέτες θα ’χω αράδα.
Και στην Εθνοσυνέλευση
διαταγή θα δίνω
και όλα τα προβλήµατα
ατάκα θα τα λύνω.
Γάλλοι, Εγγλέζοι, Γερµανοί
κι εσείς Αµερικάνοι,
αφήστε την Ελλάδα µας
τον πόνο της να γιάνει.
Θα διώξω και τις βάσεις τους,
θα φύγω κι απ’ το ΝΑΤΟ
για να ’µαστε από πάνω εµείς
κι αυτοί να ’v’ από κάτω».
(Στον οµώνυµο δίσκο L.P., General, GGMG 4017, 1977, όψη Α’)

Στις δεκαετίες του ’60 και ιδίως του ’70 η
ισορροπία τέχνης και εµπορίου, χάρη στην
οποία άκµασε το λαϊκό τραγούδι, ανατράπηκε υπέρ του εµπορίου και σε βάρος της
τέχνης. Κι έτσι ολοκληρώθηκε η καλλιτεχνική πορεία αυτού του είδους.

Kυριακάτικη Απογευματινή