Oταν το λαϊκό τραγούδι γίνεται αδιάψευστος πολιτικός µάρτυρας

Η «αμαρτωλή» μεταπολεμική Ελλάδα, που παράτησε τον δρόμο της αντίστασης και της εθνικής ανεξαρτησίας και μπήκε σε πορεία ταπείνωσης, αντικαθιστώντας τον Άγγλο προστάτη με τον Αμερικάνο, αντικατοπτρίζεται εύγλωτα στους στίχους της εποχής
22:58 - 4 Μαρτίου 2026
«Πάλιωσε το σακάκι μου/θα σβήσω απ'το μεράκι μου/ και καημό έχω μεγάλο/ δεν μπορώ να πάρω άλλο» τραγουδούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης στη μετακατοχική Ελλάδα

Oπως είχαµε επισηµάνει στο περασµένο φύλλο, το αυτόχθον είδος του λαϊκού τραγουδιού δεν µπορεί να είναι ικανοποιηµένο µε τον αθέµιτο ανταγωνισµό από τα ξένα τραγούδια και τους χορούς της µόδας. Χαρακτηριστική µαρτυρία είναι το τραγούδι «Βράσε τη ρούµπα, τα σουίγκ» (δίσκος 78 στρ., ODEON, GA 7354, GO
3673) που κυκλοφόρησε τότε. Το χασάπικο αυτό υπογράφεται από τον στιχουργό Γ. Φωτίδα, αλλά διάφορες ενδείξεις κάνουν πολύ πιθανό η µουσική να
είναι του Βασίλη Τσιτσάνη:

«Λένε στη Λόντρα, στο Παρίσι,
πως τα περνάνε φίνα
τύφλα, βρε, να ’χουν όλ’ αυτά
µπροστά σ’ εσένα, Αθήνα.
∆εν έχει η Λόντρα κι η Νιου Γιορκ
ρετσίνα γιοµατάρι
κι ούτε µοσχοβολούν αυτές
του Υµηττού θυµάρι.
Μπρος στα πλακιώτικα στενά
µε τις τρελές κιθάρες
βράσε τη ρούµπα, τα σουίγκ,
του Αϊφελ τις χάρες!
Πού να ’χουνε κληµαταριές,
γαζίες και γεράνι,
κι ολόγλυκες διπλοπενιές
του Μάρκου, του Τσιτσάνη!»

Πίσω από τους φαινοµενικά αφελείς στίχους διακρίνεται άνετα και καθαρά η αντίθεση στην εισβολή ξένων πολιτιστικών στοιχείων και µαντεύεις αµυδρά µια πίκρα και µια απορία: Γιατί τάχα άνθρωποι από τη Λόντρα (Αγγλία) και σε λίγο από τη Νιου Γιορκ (ΗΠΑ) να ’ρχονται σε αυτή τη χώρα που µυρίζει θυµάρι (που παραπέµπει στο βουνό και το βουνό στο αντάρτικο) και να θέλουν να επιβάλουν τη δική τους τάξη πραγµάτων;

Οι Αγγλοι ήταν µεταξύ των νικητών του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου, αλλά κατά τη διάρκειά του η βιοµηχανία, το εµπόριο και γενικά η οικονοµία τους είχαν δεχτεί φοβερά πλήγµατα.

Αντίθετα, οι Αµερικανοί δεν είχαν δεχτεί πλήγµατα στο έδαφός τους κι έτσι η οικονοµία τους βρισκόταν σε µια εξαιρετική άνθηση. Εκτός αυτού, είχαν και το µονοπώλιο των πυρηνικών όπλων, µε αποθέµατα ατοµικών βοµβών, ώστε να µπορούν να χτυπήσουν οποιοδήποτε µέρος του πλανήτη.

Ετοιµάζονταν λοιπόν για παγκόσµια κυριαρχία Ετσι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούµαν, τον Μάρτιο του 1946, δήλωνε ότι η χώρα του ήταν η ισχυρότερη στον κόσµο. Και συνέχιζε: «Αυτό σηµαίνει ότι, έχοντας εµείς µια τέτοια δύναµη, πρέπει ν’ αναλάβουµε την ηγεσία του κόσµου» (Γ. Ασούρα, «Η Ελλάδα κάτω από την κυριαρχία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ», Εκδ. Νέα Βιβλία, 1975, σ. 7). Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ελλάδα ήταν έντονο µέσα στο 1946 και ο Αµερικανός πρεσβευτής Μακ Βι έκανε αναγνώριση του εδάφους και του πολιτικού περιβάλλοντος:

«Αντρες µικρού αναστήµατος, γέροι και άνθρωποι που τους λείπει εντελώς η αίσθηση του ρεαλισµού που απαιτεί η κατάσταση, είναι αυτοί που έχουµε
να αντιµετωπίσουµε σήµερα», έγραφε, και συνέχιζε: «Επίσης, ο βασιλιάς, που τον έφεραν πίσω σαν µια ‘‘λύση” για τα προβλήµατα που δεν ήθελαν να αντιµετωπίσουν οι πολιτικοί, είναι ο ίδιος αναποφάσιστος γέρος που ήταν πάντα» (Γιάννη Ρουµπάτη, «∆ούρειος Ιππος», Εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, Οκτώβριος 1978,
σ. 33).

Οι Ελληνες πολιτικοί λοιπόν ήταν µικρού αναστήµατος, ανίκανοι και γέροι, οι Αγγλοι «εραστές» της Ελλάδας είχαν αδυνατίσει και δεν µπορούσαν να
ανταποκριθούν στις ανάγκες της, ενώ οι Αµερικανοί «προστάτες» ήταν ακµαίοι και ζωηροί, οι µόνοι που θα µπορούσαν να τη στηρίξουν µε το στιβαρό
τους µπράτσο και να την οδηγήσουν µέσα στους νυµφώνες του δυτικού κόσµου.

Πραγµατικά, στις 12 Μαρτίου 1947 ο πρόεδρος Τρούµαν εξήγγειλε στο αµερικανικό Κογκρέσο το περιβόητο «∆όγµα» του. Ελεγε πως η Ελλάδα κινδύνευε να περιέλθει υπό τον έλεγχο µιας ένοπλης µειοψηφίας και ότι αυτό θα είχε βαρύτατες συνέπειες για τη ∆ύση, αλλά και για την ευηµερία των ΗΠΑ και πρότεινε να δοθούν κατ’ αρχάς 300 εκατοµµύρια δολάρια στην Ελλάδα και 100 στην Τουρκία (που κι αυτή κινδύνευε επίσης), σαν στρατιωτική βοήθεια (Φοίβου Ν. Γρηγοριάδη, «Εµφύλιος Πόλεµος (1944-1949) – Το δεύτερο Αντάρτικο (1946-49)», τόµ. Ι, σ. 132-133).

Ο γερουσιαστής Μορς επεξήγησε ότι η κατάσταση θα έβαζε σε κίνδυνο τα αµερικανικά συµφέροντα σχετικά µε τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής (αυτ.,
σελ. 134) και η εφηµερίδα «Νιου Γιορκ Χέραλντ» έγραφε µε µια δόση ειρωνείας και κυνισµού: «∆ιαλέξαµε την Ελλάδα και την Τουρκία όχι γιατί χρειάστηκαν
βοήθεια ή γιατί είναι λαµπρά υποδείγµατα δηµοκρατίας και ύπαρξης των τεσσάρων ελευθεριών, αλλά γιατί αποτελούν για µας τις στρατηγικές πύλες της
Μαύρης Θάλασσας και της καρδιάς της Σοβιετικής Ενωσης» (Γ. Ασούρα, αυτ.).

Ωστόσο, η ελληνική Ακροδεξιά υποδέχθηκε το ∆όγµα Τρούµαν µε αλαλαγµούς χαράς και ο φανατικός αρθρογράφος της Καθηµερινής ΓΑΒ (Γεώργιος Α.
Βλάχος) έγραφε τα εξής αµίµητα και απολαυστικά: «Τώρα, µε την αµερικανική βοήθεια, οι πειναλέοι των Βαλκανίων, οι Γιουγκοσλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Αλβανοί, θα σκύβουν πάνω µας και θα βλέπουν µε ζήλεια και βουλιµία τους Ελληνες να τρώνε µε… χρυσά κουτάλια» (Φοίβου Ν. Γρηγοριάδη, αυτ.).

Πάντως, οι Αµερικανοί δεν έδιναν τα εκατοντάδες εκατοµµύρια δολάριά τους, που τότε είχαν πολλαπλάσια αξία από τα σηµερινά, χωρίς ανταλλάγµατα: µε πρόσχηµα ότι έπρεπε να εποπτεύουν τη διάθεση αυτών των χρηµάτων, πέτυχαν να ελέγχουν ολόκληρο τον κρατικό προϋπολογισµό της Ελλάδας, να εγκρίνουν ή να απαγορεύουν τις αυξήσεις των εργατικών ηµεροµισθίων, να έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο στις προσλήψεις και απολύσεις δηµόσιων υπαλλήλων και τελικά να διορίζουν και να παύουν κυβερνήσεις!

Σωστά, λοιπόν, τότε η εφηµερίδα «Ντέιλι Γουόρκερ» διαπίστωνε ότι η Ελλάδα (όπως και η Τουρκία) θα γινόταν ουσιαστικά αµερικανική αποικία (Γ. Ασούρα, ό.π., σ. 16), ενώ η «Ουάσινγκτον Ποστ» έγραφε πως «οι διπλωµατικοί παρατηρητές στην Ουάσινγκτον δεν µπόρεσαν να βρουν παράλληλο γεγονός στη σύγχρονη ιστορία, όπως είναι η προθυµία µιας ανεξάρτητης χώρας να αναθέσει τις εσωτερικές της υποθέσεις στα χέρια µιας άλλης» (ό.π., σ. 20).

Μέσα σ’ αυτό το κλίµα, η επίσηµη Ελλάδα, που είχε απαρνηθεί και κυνηγήσει την Αντίσταση, που παράτησε τον αγωνιστικό δρόµο της εθνικής ανεξαρτησίας και έµπαινε σε µια πορεία εθνικής εξάρτησης και ταπείνωσης, που αντικαθιστούσε τον ένα ξένο προστάτη µε τον άλλο και που παραχωρούσε την απόλυτη χρήση του σώµατός της έναντι χρηµάτων στα σταυροδρόµια της παγκόσµιας πολιτικής, έµοιαζε µε την «Αµαρτωλή» του Βασίλη Τσιτσάνη (δίσκος 78 στρ., Columbia CG
2271-2,), που πουλούσε το κορµί της στον κάθε περαστικό ευκαιριακό αγοραστή στα σκοτεινά µετακατοχικά χρόνια:

«Γιατί το δρόµο σου
ν’ αλλάξεις
για δυο στολίδια,
άµυαλη, τρελή,
και το στεφάνι σου
να το πετάξεις,
να γίνεις στη ζωή αµαρτωλή;
Τώρα στους δρόµους
κάνεις βόλτες
µε παγωµένη
κι άδεια την καρδιά,
µα θα σου φαίνονται
βαριές οι πόρτες
που θα σε δέχονται
κάθε βραδιά.
Και κάθε νύχτα
θα περιµένεις
διαβάτη για να βρεις αγοραστή,
και ντροπιασµένη
µπρος µας θα διαβαίνεις
µε νέο κάθε τόσο εραστή».

Στην πραγµατικότητα, τα χρήµατα της αµερικανικής βοήθειας δεν προορίζονταν για να γιατρέψουν τις πληγές του ελληνικού λαού. Τα περισσότερα τα καταβρόχθιζε ο παµφάγος Εµφύλιος Πόλεµος, ενώ ένα σηµαντικό µέρος των υπόλοιπων κατέληγαν στα χέρια των επιτήδειων. Τα καλύτερα από τα «βασικά βιοτικά αγαθά» της βοήθειας, όπως τρόφιµα και «είδη ενδύσεως» (σακάκια, παντελόνια, παλτά), τα οικειοποιούνταν οι επικεφαλής των διαφόρων υπηρεσιών για δική
τους χρήση ή για να τα προωθήσουν επικερδώς στη µαύρη αγορά.

Οι άκαρπες προσπάθειες πολλών για την απόκτηση ενός καινούργιου σακακιού ή άλλου είδους «ένδυσης» δίνει την έµπνευση στον Τσιτσάνη για το πολύ πρωτότυπο τραγούδι «Πάλιωσε το σακάκι µου» (δίσκος 78 στρ., Columbia CG 2271-2, DG 6674). Το µπαλωµένο και τριµµένο ρούχο, που δεν μπορεί κανείς να το αντικαταστήσει γίνεται σύµβολο της φτωχής και στερηµένης ζωής.

Η αδυναµία αντικατάστασης («δεν µπορώ να πάρω άλλο») σηµαίνει την έλλειψη χρηµάτων, τη χαµηλή αγοραστική δύναµη των χρηµάτων που υπάρχουν και την ακρίβεια των ειδών που προσφέρονται στην αγορά:

«Πάλιωσε το σακάκι µου,
θα σβήσω απ’ το µεράκι µου
και καηµό έχω µεγάλο,
δεν µπορώ να πάρω άλλο.
Τόσα κουστούµια χάρισα,
µα τώρα που ρεστάρισα
φίλος δε µε πλησιάζει,
τα παλιόρουχα κοιτάζει.
Ντυµένο σε προσέχουνε
κι όλοι κοντά σου τρέχουνε
σαν παλιώσουν πέρα ως πέρα,
δε σου λένε καληµέρα».

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος του τραγουδιού άλλοτε ήταν καλοντυµένος, γενναιόδωρος και µε τόση οικονοµική ευχέρεια ώστε να µπορεί να χαρίζει κοστούµια, ενώ τώρα δεν µπορεί καν να αγοράσει ένα καινούργιο σακάκι για τον εαυτό του, δείχνει ότι «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» είτε λόγω των συνεπειών της Κατοχής είτε του Εµφυλίου Πολέµου. Πράγµατι, εκτός από την αποδιοργάνωση της οικονοµίας και τη µαύρη αγορά, υπήρχαν κι άλλες αιτίες πτώχευσης, και µάλιστα απότοµης, στη διάρκεια του Εµφυλίου: τόσα και τόσα σπίτια καταστράφηκαν, τόσες και τόσες οικογένειες ξεκληρίστηκαν και πάρα πολλοί εργαζόµενοι απολύονταν µαζικά από το ∆ηµόσιο και τον ιδιωτικό τοµέα εξαιτίας των φρονηµάτων τους.

Αποτέλεσµα της φτώχειας ήταν το άτοµο να χάνει το κοινωνικό του γόητρο και να εγκαταλείπεται από γνωστούς και φίλους, αφού πια δεν µπορεί να τους
είναι χρήσιµος, αλλά µάλλον θα αποτελούσε βάρος. Ετσι, οι προσωπικές σχέσεις δέχονται κι αυτές συντριπτικά πλήγµατα. Με το «Πάλιωσε το σακάκι
µου» έγινε η αρχή για µια σειρά τραγουδιών από διάφορους λαϊκούς συνθέτες, που παρουσίαζαν τη µεταπολεµική εξαθλίωση και φτώχεια κι ασκούσαν
έµµεση, αλλά οξεία κοινωνική κριτική.

Η αµερικανική επέµβαση εδραίωσε µια νέα τάξη πραγµάτων. Τώρα ο αρχηγός της Αµερικανικής Αποστολής για βοήθεια στην Ελλάδα (AMAG), µαζί µε τον αρχηγό της Στρατιωτικής Αποστολής και τον εκάστοτε Αµερικανό πρεσβευτή αποτελούσαν τη διευθυντική τριανδρία που κυβερνούσε ουσιαστικά την Ελλάδα. Μάλιστα, ο Γκρίσγουολντ (αρχηγός της AMAG) χαστούκιζε µε την πρώτη ευκαιρία τους Ελληνες υπουργούς (όπως, για παράδειγµα, τον Στέφανο Στεφανόπουλο) και δήλωνε κυνικά ότι η οργάνωσή του δεν ήταν τίποτα άλλο παρά όργανο ανάµιξης στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας (Σόλωνα Γρηγοριάδη, «∆εκέµβρης-Εµφύλιος
(1944-1945)», Εκδ. Καπόπουλος, Αθήνα 1984, σ. 307).

Και οι Ελληνες πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες κρέµονταν µε αγωνία από τα χείλη των Αµερικανών, πρόθυµοι να συµφωνήσουν αµέσως µε το «γιες» ή µε το «νόου», που θα πρόφεραν εκείνοι.

Ηδη οι Αµερικανοί, σύµβουλοι, τεχνικοί, εµπειρογνώµονες, ειδικοί, εκπαιδευτές για τα νέα όπλα, που έστελναν οι ΗΠΑ, αξιωµατικοί µυστικών υπηρεσιών, πράκτορες της νεοσύστατης CIA και πολλοί άλλοι, αριθµούσαν αρκετές χιλιάδες.

«Ολοι αυτοί οι νεοφερµένοι ανέπτυξαν ευρύτατα σχέσεις µε Ελληνες αξιωµατικούς και πολίτες που κατείχαν σηµαντικές θέσεις. Εδειχναν εγκαρδιότητα,
τους προσέφεραν αναµνηστικά δώρα, ήσαν κοινωνικοί και φαινοµενικά άψογοι. Ετσι, αποτελούσαν ένα τεράστιο δίκτυο, που σφιχτοτύλιγε από τότε όλη
την Ελλάδα» («Ξενοκρατία», Ερευνα επιτελείου συντακτών του περιοδικού «Επίκαιρα» υπό τη διεύθυνση του Τζον Φρίµαν, Εκδ. Πάπυρος, σειρά Βίπερ,
Αθήνα 1975, σ. 118).

Κυριακάτικη Απογευματινή