∆εν αισθάνθηκα µύθος ούτε θρύλος. ∆εν µου λένε τίποτα οι ταµπέλες» έλεγε εµφατικά, αφηγούµενη την καθ’ όλα «χορτάτη» ζωή της. Χωρίς να θέλει να φορέσει τον µανδύα της σεµνότητας, της ταπεινότητας. ∆εν είχε λόγο εξάλλου.
Ξεκινώντας από τα «πέτρινα» χρόνια, θα έλεγε: «Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη στις 19.5.1938. Το σπίτι µας ήταν ηµιυπόγειο. Ηµουν η ‘‘Κική’’, το στερνοπούλι εξαµελούς οικογένειας. Πέρασα πείνα, κρύο, αλλά στο σπίτι ξεχείλιζε η αγάπη. Ξορκίζαµε τους φόβους µας µε το φαγητό. Ο πατέρας µου, που δούλευε σε φούρνο,
έλεγε στη µάνα µου: ‘‘∆οµνάκι, βάλε ένα πιάτο ακόµα, µην περάσει κανένας περαστικός’’. Ηταν ο πρώτος µου θαυµαστής. Στα 4-5 συµµετείχα στη ραδιοφωνική εκποµπή ‘‘Παιδική ώρα’’: τραγούδησα τη ‘‘Φλαµουριά’’ του Σούµπερτ. Καλλιτεχνικά, ξεκίνησα από τα ‘‘µπουλούκια’’ που περιόδευαν στην επαρχία. Στα 17 πήγα
στον θίασο της Μαίρης Λωράνς. Στην Καρδίτσα, η τραγουδίστρια αρρώστησε. Την αντικατέστησα, ερµηνεύοντας και το ‘‘Ο άνθρωπός µου’’ της Σοφίας Βέµπο,
που για µένα ήταν ίνδαλµα».
«Το 1956 έγινα η ‘‘Μαρινέλλα’’: οφείλεται στον Τόλη Χάρµα, µε τον οποίο συνεργαζόµασταν στο ‘‘Πανόραµα’’. Αγάπησα τον Στέλιο Καζαντζίδη – δεν στάθηκε εµπόδιο στη διαδροµή µου. Πρωτοµιλήσαµε και µε παρακίνησε να κατέβω στην Αθήνα για να του κάνω σεκόντο. ‘‘Θα γίνουµε ντουέτο’’, µου είπε. ∆έχθηκα. Είχε χωρίσει από την Καίτη Γκρέυ. Μείναµε στη Νέα Ιωνία, µε τη µητέρα του. Παντρευτήκαµε τον Μάιο του 1964 στο Χαλάνδρι. Ακολουθήσαµε κοινή πορεία µε επιτυχηµένη πορεία και µε εντάσεις. Χωρίσαµε γιατί δεν ήθελε να δουλεύει. Παραµείναµε πολύ καλοί φίλοι µέχρι το τέλος».
Κουµπάροι τους ήταν ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα, από τις τελευταίες εναποµείνασες της «χρυσής γενιάς» εκείνων των ερµηνευτριών που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωµα στην ελληνική σκηνή.
Πρωτοπόρος
Η «Κικίτσα», όπως την αποκαλούσαν, υπήρξε και πρωτοπόρος. Η κορµοστασιά της ήταν ιδανική για κοµψά φορέµατα κουτιριέ, όµως ήταν το όλο στιλ της που
διέφερε από των συναδέλφων της, επηρεάζοντας και τις µετέπειτα γενιές τραγουδιστριών. «∆ηµιούργησα προσωπικό στιλ κόντρα στο ρεύµα: πρώτη σηκώθηκα
από την καρέκλα, φόρεσα παντελόνι, έκοψα κοντό το µαλλί», έλεγε. Θα την επιβεβαίωνε και ο επί µακρόν συνεργάτης της, θρυλικός στιχουργός και ηθοποιός Πυθαγόρας.
Και η κόρη της; «Είναι υπεύθυνη για το βιβλίο ‘‘Μαρινέλλα – Οι νύχτες που έγιναν µεσηµέρια’’, το οποίο έγραψε ο Γιάννης Ξανθούλης. Το ωραιότερο που έχω
δει ήταν η γέννησή της, τον Ιούλιο του 1973. Υπήρξε καρπός του έρωτά µου µε τον πρωταθλητή ιππασίας Φρέντυ Σερπιέρη. Οταν γεννήθηκε, ήθελε να παντρευτούµε. Του ζήτησα να παραµείνουµε φίλοι, κάτι που τηρήσαµε έως ότου φύγει από τη ζωή. Την έβγαλα Τζωρτίνα από τον πατέρα µου, Γιώργο, και τον Χρήστο Κατσίµπα. Τον ίδιο χρόνο που γεννήθηκε, παντρεύτηκα τον Τόλη Βοσκόπουλο, φορώντας τζιν. Μετά το τέλος µας, αποφάσισα ότι δεν ήθελα να έχω δίπλα µου άλλον άντρα. Ηµασταν µαζί οκτώ χρόνια. Ακολούθησαν φλερτ, όµως, όταν το παιδί µου µπήκε στην εφηβεία, έβαλα τέλος. Οπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα από το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα τη µέρα, όπως σταµάτησα να τρώω κρέας, έτσι αποφάσισα να κάνω και µε τους άντρες». Το σπίτι της, όπου έµεινε µισό αιώνα µε την αδελφή της, Λούλα, την οποία αντικρίσαµε υποβασταζόµενη στην εξόδιο ακολουθία της Μαρινέλλας, το αγόρασε «από τη Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά το ανακαίνισα πλήρως. Οσα έχω δηµιουργήσει, τα έχω δουλέψει µε το παραπάνω, δεν µου χαρίστηκαν. ∆ουλεύω 67 συναπτά έτη και θα έρθει ο άλλος να µου πει ‘‘τι ανάγκη έχεις;’’. Με τροµάζει η ανηµπόρια και η καθήλωση που µπορεί να σου προκαλέσει µια αρρώστια».
Ξεχώρισε πολλές στιγµές. «∆εν ξεχνώ την 29η Αυγούστου 2004, όταν συµµετείχα στην Τελετή Λήξης των Ολυµπιακών Αγώνων της Αθήνας που έστησε ο ∆ηµήτρης
Παπαϊωάννου και τραγούδησα το ‘‘Αναψε το τσιγάρο’’, ή τη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου». Εκείνη την ηµέρα, επίσης,
στα τέλη των ’80s, όταν από κοινού µε τον Γιάννη Πάριο τραγουδούσε το κοµµάτι «Με τον Αρη πάντα µπροστά», για να τιµήσει τους Νίκο Γκάλη, Παναγιώτη Γιαννάκη, Γιάννη Ιωαννίδη. Ηταν όµως το µότο της, που τελικά -περισσότερο απ’ όλα- δεν θα ξεχαστεί ποτέ: «Ο Θεός µάς χάρισε ταλέντο. ∆εν µπορούµε να το κρατάµε για εµάς, οφείλουµε να το µοιραζόµαστε µε τον κόσµο. Θα τραγουδάω όσο µου το επιτρέπει το λαρύγγι µου». Και ο Θεός της το επέτρεψε. Μέχρι τέλους – ουσιαστικά.
Κυριακάτικη Απογευματινή










