Την αγαπηµένη Αρλέτα την πρωτοσυνάντησα όταν καθόµασταν µαζί στο ίδιο θρανίο, στο 63ο ∆ηµοτικό Σχολείο στο Μεταξουργείο, µε διευθυντή τον Μιχαήλ
Ξύδη, που µε το µαντολίνο του µας συνόδευε σε άσµατα για την πατρίδα. Και θυµάµαι από τότε τη βαθιά αισθησιακή φωνή της. Την ξαναβρήκα σε ένα δωµατιάκι στα Πατήσια, το «Καφενείο» της, όπου άκουσα το «Ενα καπέλο µε τραγούδια», που έγινε ο αγαπηµένος µου δίσκος για χρόνια. Τόση ευαισθησία εκεί δεν χωρούσε στα αυλάκια του δίσκου. Νοµίζω, για όποιον ξέρει καλά το έργο της, θα συµφωνήσει ότι αυτός είναι αναµφίβολα ο πιο σηµαντικός, ο πιο ενδιαφέρων και ολοκληρωµένος δίσκος της.
Είναι µια πρώτη ηρωική τριλογία, ενδεικτική της εξέλιξής της ως αυτόφωτου δηµιουργού στο πνεύµα και στον χωροχρόνο του Νέου Κύµατος, εκείνου του
µοναδικού καλλιτεχνικού ρεύµατος του οποίου υπήρξε θαυµάσια εκπρόσωπος.
Στον πρώτο δίσκο της τριλογίας (1966) υπήρχε το τραγούδι-όριο «Μια φορά θυµάµαι», που ποτέ δεν έπαψε να τραγουδά και αµφιβάλλω αν υπάρχει κανείς που
δεν το αγαπά, δίπλα στις πολύ όµορφες µελωδίες του Σπανού, του Μαυρουδή, του Κοντογιώργου και του Χουλιάρα.
Ενα χρόνο µετά -και µε την έλευση της δικτατορίας- στο «Αρλέτα 2» έγραψε τα τρία εµβρυακά τραγούδια της. Το πρώτο τραγούδι στη σειρά σε εκείνον το δίσκο,
«Τα µικρά παιδιά», που κι αυτό δεν έπαψε ποτέ να το τραγουδά, δίνει ένα δυνατό στίγµα και ξεχωρίζει δηλώνοντας πλέον µια ολοκληρωµένη δηµιουργό µε δική
της µουσική, στίχους και ερµηνεία.
∆ιασκευές – συµµετοχές
Το 1969 βγήκε ο πρώτος δίσκος της µε 12+1 τραγούδια-διασκευές και µάλιστα του Χατζιδάκι, ενός συνθέτη που ποτέ δεν εγκατέλειψε. Εδώ ακούγονται µε τον
καλύτερο τρόπο τα αγαπηµένα της τραγούδια, που και ο ίδιος ο σπουδαίος συνθέτης µας ένιωθε άνετα µε τη δική της διασκευή έναντι άλλων την ίδια εποχή, που
κατακρεουργούσαν το έργο του.
Όπως µου είχε πει η ίδια, πάντα ήθελε να τραγουδήσει τα τραγούδια από τον «Κύκλο του CNS» (1952, Εξι τραγούδια για πιάνο και φωνή, που ερµήνευσε πρώτος
ο Γιώργος Μούτσιος, µα σφράγισε αργότερα η Φλέρυ Νταντωνάκη). Η Αρλέτα θεωρούσε πως ήταν ό,τι πιο ταιριαστό στη φωνή της και ενδιαφέρον στη µουσική πορεία του Χατζιδάκι. Κρίµα που αυτό δεν έγινε.
Η «Ερωφίλη» του Νίκου Μαµαγκάκη, το 1970, εγκαινιάζει τη συµµετοχή της σε δίσκους άλλων συνθετών. Την πρώτη αυτή χρονιά της ιστορικής δεκαετίας
θα έρθουν και οι «Εξι µέρες», όπου εδώ λειτουργεί πλέον ως συνθέτρια, µελοποιώντας στίχους της Παυλίνας Παµπούδη.
Πολύ ιδιαίτερος δίσκος αυτός, ο οποίος υποδηλώνει σαφώς µία στροφή. Αν και δεν µπήκα ποτέ στο κλίµα του, δεν µπορώ να µην αναγνωρίσω την πλούσια, πολύχρωµη και ενδιαφέρουσα ενορχήστρωση του σπουδαίου Τάσου Καρακατσάνη, ένα ενιαίο ύφος µε ορισµένο θέµα και την πάντα χαρακτηριστική χαµηλόφωνη ερµηνεία που τα οµορφαίνει όλα.
Τη δεκαετία του ’70 βρίσκεται, όπως το αντιλαµβάνοµαι εγώ, σε µια ακόµα µεγάλη µεταβατική φάση. Είναι ορατή-αόρατη. Η παρουσία της είναι πιο έντονη ειδικά στη µεταπολίτευση, το διάστηµα 1975-1980. Θα δώσει αναµφίβολα µερικές από τις καλύτερες ερµηνείες της στην περίφηµη «Τρίτη Ανθολογία» του Σπανού
(1975), έναν από τους σηµαντικότερους δίσκους της ελληνικής µουσικής.
Το 1976, µε το «Ταξιδεύοντας», θα ξαναµπεί στις ράγες του τραγουδιού µε αισιοδοξία και δύναµη, κάνοντας τον πρώτο απολογισµό της µε τον Λάκη Παπαδόπουλο, συνειδητοποιηµένη πλήρως πλέον, µε σηµείωµα του Χατζιδάκι (!) στο εσώφυλλο (πράγµα σπάνιο) να την τοποθετεί εύστοχα «στις πρωτογενείς δυνάµεις του ελληνικού τραγουδιού», αναγνωρίζοντας στις επιλογές της και τη στάση της «ακριβό γούστο και γνήσιο αίσθηµα», οπότε έχουν ειπωθεί όλα εκεί από τον ίδιο. Και µας τραγούδησε τότε για «Το κορίτσι που δουλεύει στην Οµόνοια και παίρνει στα 60 το εφάπαξ και τη σύνταξη!» (άλλοι καιροί, άλλα χρόνια).
Εκεί µας τραγούδησε Λόρκα και Μπρεχτ, που ξεχωρίζει αυτόν τον δίσκο για την τόσο… progressive ενορχήστρωσή του.
Εγώ πάντα είχα µια ιδιαίτερη αγάπη για το «Ενα ουίσκι» του Μπρεχτ, που είναι µια αποκάλυψη.
«Παιδί της γης»
Η δεκαετία αυτή θα κλείσει µε τη συνάντησή της (διόλου τυχαίο) µε τους δύο στυλοβάτες της µουσικής µας. Το 1977 θα τραγουδήσει τα ποιήµατα του Χατζιδάκι στο «Παιδί της γης» του Νότη Μαυρουδή και το 1978 είχαµε την ευκαιρία να την ακούσουµε στο «Romancero Gitano» του Μίκη Θεοδωράκη, υποστηρίζοντας έτσι κι αυτή τη λυρική στροφή του, που πραγµατοποιούνταν όλο και συχνότερα τα χρόνια εκείνα και πολλαπλασιάστηκε στη συνέχεια. Και νοµίζω ότι το «Παράπονο» που είπε τόσο παραπονεµένα, πολλά χρόνια αργότερα -στο «∆έκα και µία νύχτες»-, ίσως και να ξεπέρασε την πρώτη µοναδική ερµηνεία ή, τουλάχιστον, φώτισε αλλιώς ένα αθάνατο τραγούδι. Εχω, δε, σε µια κασέτα µια ζωντανή ηχογράφηση από το ραδιόφωνο που µιλά και τραγουδά «Τον Σεπτέµβριο θυµάµαι» από το «Ενας Οµηρος» τόσο όµορφα, που δεν µπορώ να το ξανακούσω έκτοτε αλλιώς και σκέφτοµαι πόσο κρίµα είναι για όλους µας που δεν τραγούδησε περισσότερα έργα
µεγάλων µας συνθετών. Το είχε αυτό το χάρισµα αναµφίβολα. Να κάνει δηλαδή τόσο δικά της τα τραγούδια που έλεγε σε δεύτερη εκτέλεση, που πολλές φορές
να επισκιάζει την πρώτη. Μόνον οι µεγάλοι και ιδιαίτεροι ερµηνευτές το καταφέρνουν αυτό.
Η δεκαετία του ’80 είναι αυτή µε την οποία την ταυτίσαµε στη συνείδησή µας οι περισσότεροι µιας επόµενης γενιάς, αλλά νοµίζω και για εκείνη αναµφίβολα
υπήρξε η πιο εξωστρεφής και δηµιουργική της. Το 1983 ακούµε ακατάπαυστα το «White Album» της, που όπως και εκείνο των «Μπιτλς», που πάντα αγαπούσε,
είναι το πιο εσωτερικό και ολοκληρωµένο έργο της. Το είχαµε λιώσει.
Αυτή η φωνή… αυτές οι δύο κιθάρες (Βασίλης Ρακόπουλος και Θανάσης Μπίκος) είναι για µένα οι πιο όµορφες της ελληνική µουσικής.
Εδώ µπορεί κάποιος -αν θέλει- να δει το αληθινό της πρόσωπο, ξεγυµνωµένο και αφτιασίδωτο, γι’ αυτό και τόσο ακαταµάχητα γοητευτικό. Και οι στίχοι της
εδώ είναι ποιήµατα. Το τελευταίο είναι ίσως το απόλυτα βιογραφικό της τραγούδι:
«Ενα εκτροχιασµένο τρένο
να τι είµαι
σε κάποιαν άγνωστη γραµµή
που χάνεται στις ζούγκλες.
Κλειδούχοι φύλακες µε ξέχασαν
κι έµεινα ακούνητο
γερµένο σε µιαν άκρη
βροχή και ξαστεριά»
Εδώ και ο ερωτικός «Λύκος» της, εδώ και η «Τσιµεντούπολη» µε τα φυλακισµένα παιδιά, όλη η σηµειογραφία της πόλης όπου ζούµε, της Αθήνας. Και γι’ αυτό, νοµίζω, µόνο κάποιος που ζει στην Αθήνα µπορεί να νιώσει απόλυτα το πνεύµα αυτών των στίχων και τη µελαγχολία τους.
Η ορατή και αόρατη γραµµή που συνδέει τα έντεκα αυτά µικρά κοµψοτεχνήµατα είναι ο µαταιωµένος έρωτας. Κρύβεται στους στίχους σε παλιά εισιτήρια,
φωτογραφίες, εκδροµές, καλοκαίρια, γράµµατα. Ολα µοιάζουν µε µια ξέγνοιαστη εκδροµή, αλλά πρόκειται για ένα επίπονο ταξίδι αυτογνωσίας µιας ζωής,
κάτι σαν τη «Μαρκίζα» του Μάνου Ελευθερίου. «Για σένα ήτανε µια εκδροµή / για µένα ένα ταξίδι / µ’ ατέλειωτες αναµονές / σε µικρούς σκοτεινούς σταθµούς / σε ξύλινα παγκάκια. / Αν ήτανε να σου χαρίσω ένα τραγούδι / θα ’τανε για µια νύχτα µε βροχή / να πέφτει σε µια τσίγκινη σκεπή / κι ένας ερωτευµένος γάτος να ουρλιάζει».
O «Γάτος», που περιέχει όλα τα παραπάνω, θα συνοµιλήσει µε το «Τσιφτετέλι» της το ξιδάτο πολλά χρόνια αργότερα στον τελικό απολογισµό, όταν εκεί
θα µας δηλώσει «Τελειώνει, φίλε, η εκδροµή κι αρχίζει το ταξίδι…». Εδώ και το «Παρασκήνιο», ένα από τα οµορφότερα και ουσιωδέστερα τραγούδια µε το
οποίο άνοιγε τα επόµενα χρόνια τις λιγοστές της εµφανίσεις.
Ολος αυτός ο δίσκος αποπνέει µια (καλοκαιρινή;) αρµύρα στην ψυχή, στο σώµα και στα χείλη σε πολλά του σηµεία («Το καλοκαίρι», «Καβουρίνα») µε
εικόνες οικείες σε όλους µας νοσταλγικές και γλυκόπικρες. Και µετά η δεύτερη πλευρά µε την «Μπαλάντα του πάρκου».
Το έχω ζήσει κι αυτό. Και κάθε στίχος της σε όλα αυτά τα τραγούδια µιλά κατ’ ευθείαν στην καρδιά. Η λιτή ενορχήστρωση µε µόλις δύο κιθάρες σε όλα τα
τραγούδια υποστηρίζει και αναδεικνύει τη φωνή και την κάθε λέξη, σχολιάζει τις παύσεις και τις ανάσες και πολλές φορές σκέφτοµαι ότι είναι τόση η δύναµη του παιξίµατος, που άνετα θα στεκόταν το «Ενα Καπέλο µε τραγούδια» και ως ένας αµιγώς ορχηστρικός δίσκος δύο δεξιοτεχνών της κιθάρας. Και µόνον αυτόν το δίσκο να είχε ηχογραφήσει τελικά θα έφτανε.
Και µετά ήρθε το καλύτερο τραγούδι για τον αδικαίωτο έρωτα. Η «Πλατεία Αµερικής». Της Μαριανίνας Κριεζή, βέβαια.
Γιατί τη διετία 1984-1985 έκανε αυτούς τους δύο καταπληκτικούς δίσκους µε τον Λάκη Παπαδόπουλο, το «Περίπου» και το «Τσάι Γιασεµιού», µε τους οποίους έγινε πια… mainstream µε την έννοια του ότι όλη η Ελλάδα αντηχούσε, τραγουδούσε, χαµογελούσε και χόρευε (ενίοτε) στους ρυθµούς της «Σερενάτας» και του
«Batida de coco». Τα «σουξέ» της, που η ίδια δεν τα αρνήθηκε όπως άλλοι, ούτε τα σνόµπαρε. Που ασφαλώς δεν το επεδίωξε και µάλλον… έκπληκτη παρακολουθούσε τη φοβερή ανταπόκριση του κόσµου. Γιατί ήταν εντελώς αντισυµβατική πάντα.
Αλλά εκεί, στους δύο αυτούς κλασικούς πια δίσκους τής δεύτερης καριέρας της, πίσω από τα χιλιοπαιγµένα στο ραδιόφωνο τραγούδια, αν άκουγες ευλαβικά όλον το δίσκο, όπως συχνά κάναµε τότε, θα ανακάλυπτες άλλους κρυµµένους θησαυρούς που η λάµψη τους κρατάει ακόµα, όπως το «κάθε πρωί µε τον καφέ πίνω την πίκρα σου / µε το τσιγάρο σου ανάβω τη φωτιά µου» του Κυριάκου Ντούµου, που κατέθεσε εδώ τα τρία σηµαντικότερα τραγούδια του, δύο ποιήµατα του Καββαδία (από τις αποτελεσµατικότερες µελοποιήσεις στην ελληνική µουσική), ένα «Τραγουδάκι» που… τόλµησε να πει a cappella υψηλής συγκίνησης, και τις δέκα συγκινητικές ερωτικές εξοµολογήσεις της Κριεζή που ξεκινούσαν µε το οµώνυµο ευφάνταστο «Τσάι γιασεµιού», για να καταλήξουν στα «Ησυχα βράδια», που σταδιακά έγινε ένα
τραγούδι µε το οποίο ταυτίστηκε πολύς κόσµος τότε και τραγουδιόταν παντού.
Το δυστύχηµα είναι ότι όλα αυτά τα τραγούδια κλειδώθηκαν τόσο πολύ µε την ερµηνεία της που δύσκολα µπορείς να τ’ ακούσεις σήµερα από κάποιον άλλο χωρίς να γίνει η µοιραία σύγκριση. Προσωπικά δεν µπορώ να τ’ ακούσω χωρίς τη φωνή της. Ηταν δυο πολύ ζεστοί και τρυφεροί δίσκοι αυτοί, που θα παραµένουν
πάντα µια µικρή όαση ευαισθησίας από τη µεριά και του Λάκη και τη δική της και ίσως αυτή η αλήθεια που κρύβουν τα διατηρεί πάντα ζωντανά µέχρι σήµερα.
Κυριακάτικη Απογευματινή







