Συνεχίζουµε το αφιέρωµα στην αγαπηµένη Αρλέτα, την οποία πρωτοσυνάντησα όταν καθόµασταν µαζί στο ίδιο θρανίο στο 63ο ∆ηµοτικό Σχολείο στο Μεταξουργείο. Θυµάµαι από τότε τη βαθιά αισθησιακή φωνή της και δεν σταµάτησα ποτέ να την (παρ)ακολουθώ στις επιτυχίες της, όπως το «Τσάι Γιασεµιού», τη «Σερενάτα» και τα «Ησυχα βράδια». Και τα χρόνια περνούσαν και ανακάλυπτα καινούργιες µουσικές, αλλά πάντα την παρακολουθούσα δισκογραφικά και από κοντά όταν τραγουδούσε. Μου έχει τύχει να διαβάζω ένα βιβλίο µοναχικά στο σπίτι, να βάζω έναν δίσκο όπως κάνω πάντα ή ένα CD να παίζει (πάντα) και να σταµατώ αυτό που κάνω και µε έχει απορροφήσει, για να ακούσω την αγγελική φωνή της. Νοµίζω µόνο µε την Αρλέτα µου συµβαίνει αυτό. ∆ε τη χόρτασα ποτέ. ∆εν τη βαρέθηκα ποτέ.
Το 1987 µάς χάρισε τη δική της εκδοχή σε τραγούδια ρετρό (είχε προηγηθεί η Ζορµπαλά) και έφερε στο φως το «Ζητάτε να σας πω» του 1930 του Αττίκ, το
«Ασε τον παλιόκοσµο να λέει» και δέκα άλλα τραγούδια από έναν άλλον κόσµο.
Μένω άναυδος, ακόµα όταν την ακούω µε την κιθάρα της µόνο να ψιθυρίζει το -από το 1917 γραµµένο!- «Από µέσα πεθαµένος». Υπέροχος δίσκος αυτός. Ενα
χρόνο µετά κυκλοφόρησε η πρώτη της και µοναδική ζωντανή ηχογράφηση, το «∆έκα και µία νύχτες», που αποτύπωσε µε τον καλύτερο και αντιπροσωπευτικότερο τρόπο την παρουσία της επί σκηνής και τις µελωδικές της αγάπες. Ξεχωρίζω από δω τα «∆όντια πυκνά», το περίφηµο δηµοτικό τραγούδι.
Πίστευε ότι στα ανεξάντλητα δηµοτικά µας τραγούδια είχαν ειπωθεί σχεδόν όλα. Μου το είχε τονίσει η ίδια. Και βέβαια είχε δίκιο.
Στο «Εκτός έδρας», έναν µάλλον άνισο δίσκο, η γεµάτη συνθετητές (συνθεσάιζερ) ενορχήστρωση νοµίζω αδίκησε το σύνολο και αν και σε έβρισκε σε µια εξωστρεφή φάση, νοµίζω ότι δεν είχε να προσθέσει κάτι ουσιαστικό. Τη δεκαετία του ’90, που όλα σταδιακά άλλαζαν στην ελληνική µουσική, η παρουσία της ήταν πολύ επιλεκτική, όπως πάντα, είτε σε κάποιες σκόρπιες συµµετοχές πολυσυλλεκτικών στίχων, όπου άφηνε ένα εντονότατο στίγµα, όπως π.χ. στο «Τι τα θες» των Κραουνάκη-Νικολακοπούλου ή στο «Αυτό το αγόρι» των Μαυρουδή-∆ασκαλόπουλου, µε την εκπνοή της δεκαετίας, 1989 και 1990 αντίστοιχα.
Ο Πατσιφάς και η Lyra ήταν πια παρελθόν, η εποχή πολύ διαφορετική, όµως παρ’ όλα αυτά το 1991 θα κυκλοφορήσει η δεύτερη πολύ σηµαντική της κατάθεση µετά το «Ενα καπέλο µε τραγούδια», το «Ασε τα κρυφά κρυµµένα».
Πιστεύω ότι µε κάποια τραγούδια που υπάρχουν εδώ συµπληρώνεται αρκετά αποτελεσµατικά η µορφή της ως τραγουδοποιού. Κι αυτό διότι, εκτός του ότι όλα τα τραγούδια είναι δικά της, έχουµε µια σειρά από προσωπικές εξοµολογήσεις ιδιαίτερης δυναµικής. ∆εν είναι τυχαίο ότι στίχοι από τους δύο αυτούς δίσκους περιέχονται κυρίως στο µοναδικό της βιβλίο «Από πού πάνε για την Ανοιξη;».
«Ασπρόµαυρα τραγούδια»
Η προσωπική της µυθολογία απλώνεται ξανά στους κλειστούς χώρους µιας πόλης, δίπλα σε µπάρµεν που σερβίρουν ποτά, σε έρωτες που κρατιούνται µυστικοί και κρυµµένοι, σε εκδροµές και ανθρώπινα ναυάγια. Και το δεύτερο τραγούδι της µετά το εκτροχιασµένο τρένο, που δίνει τόσο ξεκάθαρα το περίγραµµά της, είναι αναµφίβολα το «Νησί µέσα στην πόλη». ∆εν χρειάζεται τίποτα άλλο για να τη γνωρίσει κανείς. Οι µουσικές είναι υπέροχες: «Γαλάτσι», «Ασπρόµαυρα τραγούδια», το σουξέ «Μπαρ το ναυάγιο» βρίσκεται κι αυτό εδώ, όλα λειτουργούν σαν ένα καλοκουρδισµένο ρολόι, µόνο οι χαρακτηριστικές ζωγραφιές της και τα υστερόγραφα έλειπαν. Οµως, αισθητικά µιλώντας, τα κολάζ και η αµεσότητα των τραγουδιών µαζί µε την πάντα γνώριµη ζεστή φωνή της ισοσκέλιζαν κι εδώ τα πράγµατα και το ξεχνούσες. ∆υο χρόνια µετά, στο «Μετά τιµής» θα έχουµε πάλι µια σειρά από πολύ πρωτότυπες διασκευές σε παλιά τραγούδια, από λαϊκά του Παπαϊωάννου και του Βαµβακάρη µέχρι κάποιες δεύτερες εκτελέσεις σε τραγούδια του Κραουνάκη πολύ ενδιαφέρουσες, επιβεβαιώνοντας πόσο σπουδαία ερµηνεύτρια ήταν.
Τέλος, το 1995 θα έρθει ο «Εµπορος ονείρων», µε νέα ηχοχρώµατα, µε τη Σάννυ Μπαλτζή σε πιο ενεργό ρόλο, µε υστερόγραφα και αφιερώσεις (ξανά!),
µε τρία ξεχωριστά τραγούδια : «Μάγισσες µε οµπρέλες», «Ελασσόνα», «Τσιφτετέλι ξιδάτο». Πολύ «αρλετικός» δίσκος, που φαίνεται κι αυτός ότι έγινε µε κέφι και ευοίωνες προοπτικές.
Οµως η εποχή είχε αλλάξει, οι µουσικές επίσης, οι συνθέτες ήταν παραγκωνισµένοι και η επερχόµενη επίπλαστη ευδαιµονία µε την ιδιωτική τηλεόραση και τα playlist έβαζε σιγά σιγά την ταφόπλακα στο ελληνικό τραγούδι. Οπότε δεν µου έκανε καθόλου εντύπωση η δεκαπενταετής δισκογραφική σιωπή στην οποία βυθίστηκε. ∆εν ήταν η µόνη. Εδώ ένας ∆ήµος Μούτσης (και όχι µόνον) σώπασε οριστικά µέσα στον ηχητικό ορυµαγδό και το ξέφρενο πάρτι νεοπλουτισµού
και αµάθειας που τα σάρωσε όλα. Πάντως ευτυχώς κάποτε… δειλά δειλά και αραιά ξαναεµφανιζόταν στη σκηνή για 2-3 παραστάσεις και ήµουν πάντα εκεί.
Ενα βράδυ βροχερό κάποιου χειµώνα, του 21ου αιώνα πλέον, πήγα να τη βρω εκεί στα Πετράλωνα, στο «Χαµάµ», όπου τραγουδούσε. Είχε µαζί της τον υπέροχο Valentine Beikof στο βιολί που τον είχα πρωτοδεί στο «Περοκέ» µαζί της. Κάθισα στο µπαρ πίσω πίσω µόνος, βούρκωσα σε πολλά σηµεία µε πολλά τραγούδια, γιατί τα είχα συνδέσει µε όλη την εφηβεία µου και πολλά πρόσωπα. Και φεύγοντας ζήτησα ένα χαρτί από τον φίλο στο µπαρ (δεν τόλµησα να της µιλήσω από κοντά – έτσι γίνεται συχνά µε αυτούς που θαυµάζεις πολύ) και της έγραψα ένα γράµµα µε 15 υστερόγραφα, όπως έκανε στους δίσκους της, πάντα σαν ένα είδος µυστικού κώδικα
που ήξερα ότι θα τον καταλάβει.
Μια βραδιά µαζί της
Επειτα από πολύ καιρό χτύπησε το τηλέφωνο ένα πρωί και άκουσα «Καληµέρα. Αρλέτα». Και συγκινήθηκα πολύ. Οπως τη µέρα που µας αποχαιρέτησε για πάντα µε την κιθάρα της αγκαλιά. Και πήρα το θάρρος να της ζητήσω να βρεθούµε. Και χωρίς να το καταλάβω, έτσι απλά, να, µετά το τηλεφώνηµα εκείνο, κρατούσα ένα µάτσο τριαντάφυλλα και µου ανοίγει την πόρτα στα Εξάρχεια που έµενε ακόµα.
Και της έδωσα τα ποιήµατα του φίλου µου του ∆ηµήτρη που µαζί την ακούγαµε και τη θαύµαζε όσο και εγώ. Και µείναµε ώρες να µιλάµε, απέναντι ο ένας στον άλλο. Για τα πάντα… Για τα τραγούδια των Μπιτλς, που όταν της είπα ότι ήταν στη µουσική όλων «µια revolution», µου απάντησε πολύ έξυπνα και φυσικά «όχι, evolution µάλλον ήταν».
Μιλήσαµε για τα τραγούδια της τα οποία τόσο αγαπούσα. Και µου είπε ότι η αρχή του τραγουδιού είναι η µπαλάντα. Και για τραγούδια άλλων συζητήσαµε. Και συµφώνησε ότι στο «Καπέλο» και σε πολλά σηµεία στο «Ασε τα κρυφά κρυµµένα» µπορεί να βρει και να ακούσει κάποιος την πραγµατική Αρλέτα.
Και θυµάµαι είχε µόλις συνεργαστεί ο Κραουνάκης και η Νικολακοπούλου µε τον Ρουβά, έχοντάς του δώσει ο Χατζιδάκις, ο συνθέτης που εκτιµούσε πολύ, ένα τραγούδι να πει στη «Σπεράντζα» του, και δεν µπορούσε να καταλάβει µε τίποτα πώς ένας… χορευτής και µοντέλο µπαίνει σε τέτοιο ρόλο. ∆εν το χωρούσε το µυαλό της.
Μιλήσαµε και για ζωγραφική. Για τον Ιωάννου και τον Χριστιανόπουλο. Για τον Γκάτσο που µε ενδιέφερε τότε πολύ. Οταν τη ρώτησα, µου είπε ότι δεν τον συνάντησε από κοντά ποτέ (!) αλλά ότι θυµόταν πολύ καλά να ακούει πρώτη φορά τα τραγούδια από το «Ρεµπέτικο» του Ξαρχάκου, χωρίς να ξέρει τι είναι ακριβώς, και αναρωτιόταν ποια ήταν αυτά τα φοβερά ρεµπέτικα που δεν είχε ξανακούσει ποτέ, ούσα γνώστρια καλή αυτής της µουσικής. Κι όταν έµαθε ότι ήταν ο Γκάτσος αυτός που έγραψε τους στίχους έµεινε άναυδη, τον θαύµασε ακόµα πιο πολύ, γιατί θα πρέπει να ήταν πολύ σπουδαίος µάστορας αυτός που καταφέρνει να γράψει τόσο πειστικά ρεµπέτικα αυθεντικά σε αίσθηµα και λόγο το 1983.
Μιλήσαµε για τους χωρισµούς, για τα ζώα. Και µου ζωγράφισε την αφιέρωση που µου έκανε στο βιβλίο της πάνω στον «Γάτο» από το «Καπέλο», γιατί αυτό το
τραγούδι σήµαινε πολλά για µένα. Ακούσαµε µαζί µετά κάτι remix που είχαν γίνει τότε σε τραγούδια του Νέου Κύµατος πολύ ενδιαφέροντα. Και η φωνή της
ήταν πολύ γλυκιά και της άρεσε που µιλούσαµε και δεν ήθελα να τελειώσει αυτή η κουβέντα ποτέ. Νόµιζα ότι την είχα κουράσει µε την πολύωρη επίσκεψη, χτύπησε και το κουδούνι και ήταν ένας φίλος της συνεργάτης, οπότε θεώρησα ότι ήταν ιδανική εκείνη η στιγµή να αποχωρήσω. Και έκπληκτος την άκουσα να λέει: «Κάτσε όσο θέλεις, δεν υπάρχει κανένα πρόβληµα».
Οµως έπρεπε να γυρίσω. Κι όταν έφευγα της είπα στην πόρτα «θα βρεθούµε ξανά» (το εννοούσα). Και µου είπε «εγώ τους διώχνω τους ανθρώπους, µην υπόσχεσαι». Και τη θυµόµουν αυτή τη φράση σαν µαχαίρι για χρόνια. Γιατί τα έφερε έτσι η ζωή που δεν ξανασυναντηθήκαµε και επιβεβαιώθηκε η ρήση
της (και φταίω εγώ γι’ αυτό).
Την ξαναβρήκα ύστερα από χρόνια, σε µια µεγάλη πολυθρόνα, έπειτα από µια παράσταση µε τον Λάκη. Και το «Τσιφτετέλι» της το ξιδάτο δε λείπει ποτέ
από τις κασέτες στο τραπέζι µου. Και το «Γαλάτσι» της θα µου φέρνει στο µυαλό πάντα τη Μαρίνα, όπως «Τα ήσυχα βράδια» τη Μαρία και το «Παρασκήνιο» τον ∆ηµήτρη, και… (η λίστα είναι ατελείωτη).
Το «Τραγούδι της λίµνης» της Καραΐνδρου θα µου υπενθυµίζει πόσο λίγο την ξέραµε και ποιες είναι οι νότες της θλίψης. Και ο «Αυτόµατος τηλεφωνητής» και το «Ηµερολόγιο» πάντα θ’ αντηχούν τη φωνή της και την παντοτινή γλυκύτητα της µοναξιάς. Ολα ήταν όµορφα κοντά της τελικά…
Κυριακάτικη Απογευματινή








