Ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει αδιόρθωτος και αμετανόητος, διεκδικώντας επάξια τον τίτλο του Μεγάλου Διδασκάλου της σχολής του «πολιτικού εκτσογλανισμού» στον δημόσιο βίο της χώρας, ο οποίος αναζητά εκλογική έκφραση στο κοινωνικό περιθώριο των κρετίνων, των μισαλλόδοξων και των ανισόρροπων που διψούν για αίμα στην αρένα και βρίσκουν οξυγόνο στην τοξικότητα του λαϊκισμού.
Θα περίμενε κανείς ότι μετά τα σεμινάρια που πήγε και έκανε για να αποκτήσει δήθεν την ταυτότητα του πολιτικού της μετριοπάθειας, της ευγενούς άμιλλας, των καλών τρόπων, της ρεαλιστικής υπευθυνότητας και της αξιοσέβαστης σοβαρότητας θα επέστρεφε σοφότερος, έχοντας βελτιώσει τον κακό του εαυτό και αποβάλει οριστικά τα αποκρουστικά χούγια του παρελθόντος που τον είχαν στιγματίσει ως προσωπικότητα.
Παρακολουθώντας όμως την τελευταία του ομιλία στην Κοζάνη, όπου πήγε να παρουσιάσει (και εκεί) το συγγραφικό του πόνημα «Ιθάκη», διαπίστωσα ότι τζάμπα έδωσε τα λεφτά του για την «αλλαγή πολιτικού φύλου», καθώς ήταν ίδιος και απαράλλαχτος με τον Αλ. Τσίπρα που στο τέλος απογοήτευσε τον ελληνικό λαό και γι’ αυτό τον έστειλε στα αζήτητα της Ιστορίας. Ξαναείδαμε έναν Τσίπρα που, αντί να ασκεί στιβαρή και σοβαρή αντιπολίτευση στον Κ. Μητσοτάκη με λογικά επιχειρήματα και δημιουργική κριτική, σχολίαζε τις τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις σαν κάτι κακιασμένες κουτσομπόλες χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, εκτοξεύοντας εναντίον του χαρακτηρισμούς που τους συναντά κανείς στη χαβαλεδιάρικη και προβοκατόρικη δράση των τρολ του διαδικτύου.
Ο Αλ. Τσίπρας, που -ως γνωστόν- και στις προηγούμενες εθνικές εκλογές νοιαζόταν για την εξασφάλιση της «αντισυστημικής» ψήφου της Ακροδεξιάς, προκειμένου να «χτυπήσει» τον Κ. Μητσοτάκη στην παρούσα συγκυρία, έπαθε «Βελόπουλο», προσπαθώντας ως επικοινωνιακός σπιούνος να εκθέσει τον πρωθυπουργό στον Ντ. Τραμπ, επειδή στο παρελθόν τού είχε ασκήσει κριτική και -ως εκ τούτου- αυτό είναι κάτι που πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψιν του και να μην το αγνοήσει ο πλανητάρχης.

Δηλαδή, τι ακριβώς θέλει να κάνει ο κ. Τσίπρας; Να ρουφιανέψει τον Κ. Μητσοτάκη στον Ντ. Τραμπ, λέγοντάς του ότι «σήμερα παριστάνει τον γελωτοποιό σου», όπως χαρακτηριστικά είπε, ενώ στο παρελθόν σε «είχε κράξει» και γι’ αυτό δεν πρέπει να του συμπαρασταθείς ή να του αναγνωρίσεις τους χειρισμούς του στην κρίση στη Μέση Ανατολή; Και αυτό είναι άσκηση σοβαρής και υπεύθυνης αντιπολίτευσης εκ μέρους του για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων;
Το γεγονός ότι ένας πρώην πρωθυπουργός, σε συνθήκες γεωπολιτικής ανασφάλειας και αναπάντεχων εθνικών προκλήσεων, φτάνει στο σημείο να υποβιβάζει τη διεθνή στρατηγική της χώρας στα ασήμαντα επίπεδα της «διαπροσωπικής κατινιάς», δίνοντας τόσο φτηνή διάσταση στα γεγονότα, αν μη τι άλλο επιβεβαιώνει ότι ο Αλ. Τσίπρας παραμένει εγκλωβισμένος στη «μινιατούρα» της Ιστορίας, αδυνατώντας να ξαναμπεί στο κάδρο της μεγάλης εικόνας.
Το ΝΑΤΟ ήταν καλό για τους Σκοπιανούς, αλλά όχι για την Κύπρο…

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να αντικρούσει την κριτική στο εσωτερικό της χώρας όταν δρομολόγησε τη Συμφωνία των Πρεσπών με την ΠΓΔΜ, κράδαινε ως χαρτί εξουδετέρωσης της όποιας αλυτρωτικής στάσης των Σκοπίων απέναντι στη Μακεδονία την προοπτική εισόδου τους στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Για τον ίδιο τον Αλ. Τσίπρα και την κυβέρνησή του, η ένταξη της χώρας των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ ήταν μια σπουδαία προοπτική, που θα πυροδοτούσε περαιτέρω εγγυήσεις ασφαλείας για την ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου.
Την περασμένη Πέμπτη, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ν. Χριστοδουλίδης, μιλώντας στον Σκάι, ανέφερε ότι ο ίδιος θα επιθυμούσε η Μεγαλόνησος να αποκτήσει την ιδιότητα του μέλους της ευρωατλαντικής συμμαχίας, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ασπίδα προστασίας για τη χώρα του. Και ενώ ο Ν. Χριστοδουλίδης έριξε στο τραπέζι των διεθνών συζητήσεων το συγκεκριμένο θέμα, ο Αλ. Τσίπρας, μιλώντας το Σάββατο στην Κοζάνη, υποστήριξε ότι «η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ μόνο σε νέους κινδύνους μπορεί να οδηγήσει».
Εφημερίδα Απογευματινή









