Είδα πρώτα τη φωτογραφία και µετά τον τίτλο. Ή ίσως το αντίστροφο. ∆εν έχει σηµασία. Αυτό που έµεινε ήταν η λέξη: «αγνώριστος». Ο Μίκι Ρουρκ, άλλοτε σύµβολο του Χόλιγουντ, πρωταγωνιστής ταινιών-µπλοκµπάστερ, εµφανίστηκε στα Μέσα ως «αγνώριστος». Οχι για κάποιον ρόλο, όχι για καλλιτεχνική µεταµόρφωση, αλλά επειδή φέρεται να χρωστά ενοίκιο 60.000 δολαρίων και δεν θυµίζει πια τον εαυτό που έχουµε αποθηκεύσει στη συλλογική µας µνήµη.

∆εν είναι ο πρώτος ούτε µεµονωµένο περιστατικό. Πριν από καιρό ήταν ο Τζακ Νίκολσον. Αγουροξυπνηµένος, µε ατίθαση κόµη, φωτογραφηµένος από παπαράτσι στο µπαλκόνι του σπιτιού του, στον πιο ιδιωτικό χώρο του. Η εικόνα δεν ταίριαζε µε τον χαρακτήρα που έχουµε λατρέψει στην οθόνη. ∆εν θύµιζε τον πρωταγωνιστή εµβληµατικών ταινιών, τον χαρισµατικό ηθοποιό που καθήλωσε κοινό και κριτικούς. Και η ετυµηγορία ήταν άµεση: «αγνώριστος».

Η λέξη χρησιµοποιείται µε ευκολία, σχεδόν µηχανικά. Σαν να υπάρχει ένα αόρατο συµβόλαιο ανάµεσα στο σύγχρονο κοινό που παρακολουθεί τα πάντα σε ζωντανή αναµετάδοση και τα δηµόσια πρόσωπα: να παραµένουν για πάντα ίδια. Ή, ακόµα καλύτερα, να παραµένουν για πάντα νέοι, ωραίοι, δυναµικοί, αγέρωχοι, σαν κέρινα οµοιώµατα από το Μουσείο Μαντάµ Τισό.
Κι αν οι άνδρες κρίνονται σκληρά, οι γυναίκες κρίνονται αµείλικτα. Χωρίς υπερβολή. Η εξωτερική εµφάνιση µετατρέπεται σε πεδίο δηµόσιας αντιπαράθεσης. Οι κριτικές γίνονται σφοδρότερες όταν µια γυναίκα ωριµάζει, αλλάζει, αποµακρύνεται από την εικόνα της πρώτης της εµφάνισης. Θυµάµαι πρόσφατα, στην πρώτη σειρά επίδειξης µόδας, να κάθοµαι δίπλα σε µια φίλη, γνωστή και αναγνωρίσιµη γυναίκα. Οταν οι φωτογράφοι µάς πρότειναν να ποζάρουµε µαζί, της ζήτησαν να βγάλει τα µαύρα γυαλιά ηλίου.
Εκείνη αρνήθηκε ευγενικά. Και σχεδόν αµέσως ένιωσε την ανάγκη να µου εξηγήσει, στο αυτί, σαν να θέλησε να απολογηθεί: «Αν σε δουν βαµµένη, λαµπερή, ξεκούραστη, γράφουν ότι έχεις “τραβηχτεί”, ότι έκανες πλαστικές και το παράκανες. Αν αφήσεις τις ρυτίδες, αν δεν κάνεις τίποτα απολύτως, αν πεις ότι αγκαλιάζεις τον χρόνο, λένε πως είσαι γριά, ότι εγκατέλειψες τον εαυτό σου, ότι είσαι χάλια. O,τι κι αν κάνεις, είσαι λάθος. Γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να φοράω πάντα τα γυαλιά µου».

Αγνώριστη κι εκείνη, λοιπόν. Αλλά προστατευµένη. Στην Ελλάδα, λοιπόν, το φαινόµενο είναι εξίσου έντονο. Σήµερα, η εξωτερική εµφάνιση έχει µετατραπεί σε δηµόσιο πεδίο απολογίας. Αδυνάτισες; Αγνώριστη. Πήρες βάρος; Αγνώριστη. Eχασες κιλά; Οφείλεται σίγουρα στο Ozempic ή στο Mounjaro. ∆εν έχασες; Γιατί δεν πήρες φάρµακο; Οι ερωτήσεις δεν σταµατούν ποτέ και σπάνια συνοδεύονται από ενδιαφέρον. Περισσότερο θυµίζουν ανάκριση.
Παρουσιάστριες στην τηλεόραση, ηθοποιοί, τραγουδίστριες µοιάζουν ξαφνικά δέκα χρόνια νεότεροι. Και αντί να τους επιτραπεί απλώς να υπάρχουν, αισθάνονται την ανάγκη να εξηγούν: «Oχι, δεν έκανα αυτό», «όχι, δεν πήρα εκείνο», «ναι, προσέχω τη διατροφή µου», «ναι, γυµνάζοµαι». Η δηµόσια εικόνα απαιτεί διαρκή λογοδοσία. Απολογούνται για το βάρος, το πρόσωπο, την ηλικία, τις ρυτίδες έκφρασης, το µέτωπο που δεν κινείται, τις επιρροές από τη Νικόλ Κίντµαν, που αποτελεί το απόλυτο πρότυπο για όποια γυναίκα επιθυµεί να παγώσει τον χρόνο και το συναίσθηµα. Και από τους άνδρες; Ποιος δεν θα ήθελε να µοιάσει στον Μπραντ Πιτ σήµερα;
Haters θα υπάρχουν παντού, µαζί και κόλακες. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι η Αντέλ. Πριν και µετά. Οι φωτογραφίες συγκρίνονται ατελείωτα, τα σχόλια διχάζονται, η µουσική περνά σε δεύτερη µοίρα. Το σώµα της γίνεται αντικείµενο συζήτησης, ερµηνείας, κρίσης. Σαν να µην της ανήκει πια.

Η εµµονή µε το «αγνώριστος» αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: τη δυσκολία µας να αποδεχθούµε τη φθορά, την αλλαγή, τον χρόνο. Θέλουµε οι διάσηµοι να λειτουργούν ως αποδείξεις ότι η νεότητα µπορεί να παγώσει, ότι η εικόνα µπορεί να µείνει αµετάβλητη. Και, όταν αυτό δεν συµβαίνει, τους τιµωρούµε λεκτικά. Iσως τελικά οι «αγνώριστοι» να µην είναι εκείνοι. Iσως αγνώριστη να έχει γίνει η κοινωνία, που απαιτεί τελειότητα, αλλά δεν αντέχει την πραγµατικότητα. Μια κοινωνία που κοιτάζει φωτογραφίες και ξεχνά ότι πίσω από αυτές υπάρχουν άνθρωποι που µεγαλώνουν, κουράζονται, αλλάζουν, φοράνε γυαλιά ηλίου, λυγίζουν, προσπαθούν, όπως όλοι µας.
Ο Μίκι Ρουρκ δεν πρωταγωνιστεί πλέον στις «9½ εβδοµάδες». Ο Τζακ Νίκολσον δεν επιµένει ότι «Καλύτερα δεν γίνεται». Το ίδιο συµβαίνει και στον χώρο της µόδας. ∆ιεθνώς, µοντέλα όπως η Αντριάνα Λίµα, που υπήρξε από τα πιο αναγνωρίσιµα πρόσωπα της πασαρέλας και των Victoria’s Secret shows, έχουν βρεθεί στο στόχαστρο σχολίων για το πώς δείχνουν σήµερα. Oχι για τη δουλειά τους, όχι για την πορεία τους, αλλά για το αν «θυµίζουν» την εικόνα που είχε παγώσει στο µυαλό του κοινού πριν από είκοσι χρόνια. Σαν να µην επιτρέπεται ούτε στα µοντέλα να αλλάξουν. Να µεγαλώσουν. Να αποκτήσουν άλλο βάρος, άλλη σχέση µε το σώµα τους, άλλη ζωή. Αγνώριστες; Πιο όµορφες από ποτέ.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










