Η επιλογή του διαλόγου με την Τουρκία, έστω κι αν τα αποτελέσματα που παράγει περιορίζονται σε δευτερεύουσες ατζέντες, έχει τη σημασία της. Αρχικά γιατί η Αθήνα και η κυβέρνηση εκτιμούν ως σημαντικό να διατηρηθεί η ελληνοτουρκική αντίθεση σε διμερές επίπεδο και όχι πολυμερές. Δεύτερον γιατί δίδεται η ευκαιρία να τεθούν στο τραπέζι οι διαφορές όπως τις περιχαράσσει η κάθε πλευρά. Θεωρείται δεδομένο ότι όπως κι αν εξελιχθεί η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν αύριο δεν θα έχουμε «λευκό καπνό». Η Ελλάδα προτιμά να συζητά σε συνηθισμένα νερά, ακόμη και αν αυτά μετά τις NAVTEX διαρκείας και τις σκληρές δηλώσεις από το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας δείχνουν ναρκοθετημένα. Ενδεχομένως οι Τούρκοι, από την άλλη, επιζητούν να κρατήσουν την πλήρη ατζέντα στον διάλογο, χωρίς καμία υποχώρηση, έστω κι αν αυτό τους κοστίσει ως προς τα περιθώρια συνεργασίας ή θεσμικής σχέσης τους με την Ευρώπη.
Η απολύτως στατική και επίμονη στάση που κρατά η Άγκυρα δεν εξυπηρετεί την ευελιξία που χρειάζεται στα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής. Υπάρχουν δυναμικές που σχετίζονται τόσο με την έρευνα και τυχόν εξόρυξη υδρογονανθράκων εντός των θαλάσσιων συνόρων και της μιας χώρας και της άλλης όσο και με την πολεμική βιομηχανία, που θα έπρεπε να προσφέρουν κίνητρο για συγκλίσεις παρά για αποκλίσεις στον διάλογο.
Πάντως, σε όλες τα περιπτώσεις, ο διάλογος σε ανώτατο διμερές επίπεδο μπορεί να είναι κρίσιμος αλλά όχι καθοριστικός. Αν και στο επίπεδο των δημόσιων δηλώσεων των δύο ηγετών παραμείνουμε στην καταγραφή της απόστασης στις θέσεις Αθήνας και Άγκυρας, προτεραιότητα για την ισχύ και την αναβάθμιση της χώρας θα έχουν οι μετά τη συνάντηση με τον Ερντογάν συζητήσεις του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη. Είτε στην Ευρώπη είτε στην Ινδία. Επίσης ο ενεργειακού περιεχόμενου συντονισμός περί Κάθετου Διαδρόμου στην Ουάσινγκτον στα τέλη του μηνός.
Εφημερίδα Απογευματινή











