Η επιλογή του πρωθυπουργού, η απόφαση του ΚΥΣΕΑ, αλλά και η επιχειρησιακή δυνατότητα της Ελλάδας να προσφέρει αμυντική βοήθεια στην Κύπρο με δύο φρεγάτες, εκ των οποίων η μία ο νεότευκτος «Κίμων» και τέσσερα πολεμικά αεροσκάφη, δεν αποτέλεσε μόνον μια de facto εφαρμογή του ενιαίου δόγματος. Αλλά και της ευρωπαϊκής ρήτρας «αμυντικής συνδρομής».
Η αποφασιστική κίνηση της χώρας μας κινητοποίησε και άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης να εγκαταλείψουν τη συνήθη αμηχανία και την αδράνειά τους μπροστά στις ραγδαίες εξελίξεις του πολέμου των ΗΠΑ – Ισραήλ απέναντι στο καθεστώς του Ιράν και να σπεύσουν και με δικές τους δυνάμεις προς προστασία της Κύπρου, στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το γεγονός της βραχείας ανταπόκρισης από την πλευρά της Γαλλίας με τη μετακίνηση του εμβληματικού αεροπλανοφόρου της από τη Βόρεια Θάλασσα στην Ανατολική Μεσόγειο μαζί με τα πλοία συνοδείας της, ένα εκ των όποιων η θεωρούμενη ναυαρχίδα του ισπανικού Πολεμικού Ναυτικού, έδωσε στίγμα των νέων πεδίων για την Ευρώπη.
Η συμμετοχή στην ασφάλεια της Κύπρου από την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Βρετανία με πολεμικά πλοία και ελικόπτερα συμπληρώνουν την εικόνα. Η Ελλάδα όχι μόνον θωράκισε με δικές της δυνάμεις την Κύπρο, αλλά και κινητοποίησε σειρά από ισχυρά κράτη της Ευρώπης σε αυτήν την εξέλιξη.
Ταυτόχρονα η Ελλάδα αύξησε την αμυντική ισχύ της στο Ανατολικό Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα, ενώ ανταποκρίθηκε και πάλι άμεσα σε αμυντική συνδρομή προς τη Βουλγαρία. Οι κινήσεις αυτές θα πρέπει να συνυπολογισθούν με τη διπλωματική κινητικότητα του πρωθυπουργού προς όλες τις δυνάμεις αυτές στη Μεσόγειο ή στη Μέση Ανατολή που αποτελούν συμμάχους στην όλη στρατηγική προς την ανατολή και προς τον νότο στη διεθνή μας πολιτική. Η εξέλιξη δεν αφορά τα Ελληνοτουρκικά, αλλά τη «σκληρή ισχύ» που είναι σε θέση και ετοιμότητα να επιδείξει γεωπολιτικά η Ελλάδα ως πάροχος ασφάλειας.
Εφημερίδα Απογευματινή






