Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη είναι απολύτως έμπειρη στη διαχείριση μεγάλων κρίσεων όπως και η παρούσα με τον νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Έχει προηγηθεί η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ένας πόλεμος τετραετίας, που έχει αναλογίες με τη σημερινή αναστάτωση και τις δυσχέρειες στον τομέα της ενέργειας. Έχει προηγηθεί η τεράστια και πέραν κάθε πρόβλεψης και πρωτοκόλλου διαχείρισης κρίσεων πανδημία του κορωνοϊού που δημιούργησε κυριολεκτικά κραχ στις οικονομίες, τις μεταφορές και την κοινωνική κανονικότητα. Έχουν επίσης εξελιχθεί οι ασύμμετρες συγκρούσεις και η ρευστότητα μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 στη Γάζα και στον Λίβανο. Ακόμη και ο επονομαζόμενος «πόλεμος των 12 ημερών» το καλοκαίρι με επίκεντρο και πάλι το Ιράν έχει σημασία.
Φυσικά ο παρών πόλεμος έχει ιδιαιτερότητες, αφού πέραν του Ιράν ή του Λιβάνου έχει επεκταθεί σε όλα τα αραβικά κράτη του Κόλπου και κρίσιμες ενεργειακές υποδομές τους όπως τα διυλιστήρια. Όπως όμως οι υπουργοί που εμπλέκονται στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ενέργειας, ως προς την επάρκεια, σε συνεχή συντονισμό και συνεργασία με τον πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη εξελίσσουν τους χειρισμούς τους προκειμένου η κρίση να εξελιχθεί σε ευκαιρία -όπως συμβαίνει άλλωστε- για τα συμφέροντα της χώρας, ομοίως και οι υπουργοί του οικονομικού κύκλου θα πρέπει να αναδείξουν τους τρόπους και τις επιλογές που θα περιορίσουν τις επιπτώσεις του πολέμου στο κόστος ζωής και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Οφείλουν και αυτοί να πετύχουν. Το να μειωθούν οι επιπτώσεις στην κερδοσκοπία ή και στην πίεση για πληθωριστικού τύπου αυξήσεις στα καύσιμα, στη θέρμανση, στα τρόφιμα και στα είδη πρώτης ανάγκης μαζί με τις υπηρεσίες είναι αναγκαιότητα. Η Ελλάδα παραμένει μια ακριβή χώρα της Ευρωζώνης. Ο πόλεμος, από την άλλη, δεν δείχνει ότι θα κρατήσει χρόνια. Τουλάχιστον στην παρούσα ένταση. Τα πλαφόν και οι άμυνες στις αυξήσεις θα πρέπει να ευοδωθούν.
Εφημερίδα Απογευματινή








