Μια στρατηγική κρίνεται ως προς την ορθότητά της με το πέρασμα του χρόνου. Στην περίπτωση της πολύχρονης πλέον διακυβέρνησης Μητσοτάκη, η κεντρική της στρατηγική μόνο ως επιτυχημένη μπορεί να αξιολογηθεί. Ξεκινώντας στο τέλος της εποχής των μνημονίων από την προσήλωση στους δημοσιονομικούς στόχους και τη δημιουργία σταθερών πλεονασμάτων, πέτυχε ένα άλμα στη διεθνή αξιοπιστία αλλά και στη δυνατότητα της χώρας όχι μόνο να ανακάμψει αλλά και να εμπεδωθεί ως success story στην όλο και πιο προβληματική Ευρώπη ως προς τη συλλoγική της στρατηγική. Παρά πολύ σύντομα από τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης και χωρίς να υπάρχει πρόβλημα αύξησης των ελλειμμάτων, η Ελλάδα άρχισε με πολύ γοργούς ρυθμούς και μέσω διακρατικών συμφωνιών, ειδικά με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, να επανεξοπλίζει τις ένοπλές δυνάμεις αλλά και τα σώματα εσωτερικής ασφαλείας της.
Εν μέσω κρίσεων με την Τουρκία, υγειονομικών όπως η πανδημία, συνεχώς νέων πολέμων, σε συνθήκες δηλαδή διεθνούς αιφνιδιασμού και ανακατατάξεων, βρήκε την ευκαιρία να ψηφιοποιήσει και να εκσυγχρονίσει δομικά το κράτος, να εμπεδώσει μια νέα ενεργειακή πολλαπλότητα στην αυτάρκεια, να δημιουργήσει συνθήκες αξιοποίησης του πλούτου της χώρας αυξάνοντας τα χωρικά ύδατα και εμπεδώνοντας τις οικονομικές της ζώνες στη θάλασσα. Αυτά δεν συνέβησαν με την κλασική μεθοδολογία της λιτότητας. Οι μισθοί αυξάνονται και οι φόροι μειώνονται στον προγραμματισμό που έχει εξαγγελθεί από την αρχή της διακυβέρνησης.
Φυσικά υπάρχουν προβληματικές επιμέρους στρατηγικές, όπως αυτή στον πρωτογενή τομέα. Επίσης πολιτικές που δεν έχουν αποδειχθεί εύστοχες όσο θα ήταν επιθυμητό, όπως ο πληθωρισμός και τα καρτέλ στην αγορά. Η παγκόσμια αναταραχή δοκιμάζει τα πρότυπα που όρισε η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Μέσα από τις πιέσεις αυτές αποδεικνύεται η ορθότητα του βάθους και της προοπτικής της στρατηγικής. Ακόμη και αν είχαμε αξιοσέβαστα ως προς τον προγραμματικό τους λόγο κόμματα στην αντιπολίτευση, πολύ δύσκολα θα έπρεπε να αλλάξουμε ως χώρα κεντρική στρατηγική.
Εφημερίδα Απογευματινή











