Ανακοινώθηκε και επίσημα στο πλαίσιο του χθεσινού υπουργικού συμβουλίου η αύξηση του βασικού μισθού στα 920 ευρώ, μεικτά. Από την πλευρά του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη σημειώθηκε ότι από το 2019, που ανέλαβε η Νέα Δημοκρατία τη διακυβέρνηση της χώρας, η αύξηση του κατώτερου μισθού αυξήθηκε ποσοστιαία κατά 41%. Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, όπως ήταν προβλεπτό, ο σχολιασμός ήταν αρνητικός. Ότι η αύξηση είναι από λογιστική μέχρι… ανάξια λόγου.
Αξίζουν κάποιες παρατηρήσεις σχετικά. Πρώτον το επίπεδο του βασικού μισθού αφορά το κράτος ως προς τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων. Αφορά όμως και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τους αυτοαπασχολούμενους που απασχολούν εργαζόμενους σε σχέση με τις αμοιβές των ιδιωτικών υπαλλήλων. Άρα η πορεία των αυξήσεων θα πρέπει να παρακολουθεί και τις δυνατότητες των επιχειρήσεων και ειδικά τις μικρομεσαίες μέχρι 20 υπαλλήλους προκειμένου να μην επιβαρυνθούν η αγορά και η ανεργία.
Μία δεύτερη παρατήρηση, που αξίζει να υπογραμμισθεί, είναι ότι με τη νέα αύξηση ο βασικός μισθός φθάνει στο επίπεδο που βρισκόταν το 2009. Αν θυμηθούμε τις τότε εποχές, όλοι μιλούσαν για τη «γενιά των 700 ευρώ» με πλήρη απαξίωση για την κοινωνική πραγματικότητα. Η χρεοκοπία που ακολούθησε προκάλεσε σοκ σε μια χώρα που για δεκαετίες τα δημοσιονομικά έξοδα και η κατάσταση των επιχειρήσεων προσομοίαζαν με μια μεγάλη «φούσκα», όταν δεν συνιστούσε προϊόν εξαπάτησης.
Από τη συνολική κατάρρευση στον κύκλο της οικονομίας της χώρας έχουν περάσει περίπου 15 χρόνια. Η Ελλάδα έχει βρει ύστερα από πολλές θυσίες και ταπεινώσεις τον δρόμο όχι πλέον προς την ανάκαμψη αλλά προς την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση στη βάση των προκλήσεων της εποχής. Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη, η πρώτη μετα-μνημονιακή κινείται με σωφροσύνη, μεθοδικότητα και προπάντων προβλεψιμότητα και για τη «γενιά των 700 ευρώ». Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει «φούσκα» αλλά πραγματική οικονομία. Αυτό όμως δεν εμποδίζει την αντιπολίτευση να θυμηθεί τα παλιά της συνθήματα…








