Στις καθιερωμένες κυριακάτικες ανακοινώσεις του ο πρωθυπουργός έδωσε το στίγμα των προθέσεων της διακυβέρνησης να υπάρξει νομοθεσία η οποία θα εκλογικεύσει τους τόκους που επιβάλλονται σε δάνεια ή σε πρόσβαση σε μετρητά μέσω πιστωτικών καρτών. Και μπορεί να διερωτηθεί ο πολίτης κατά πόσον η επιβάρυνση της τάξης του 30%-50% που θα αναγνωριστεί είναι δίκαιοι τόκοι. Η απάντηση είναι ναι, μπροστά στην πραγματικότητα που υφίσταται και φτάνει έως και την τριπλάσια επιβάρυνση του κεφαλαίου ακόμη και σε δανεισμό, χωρίς εγγυήσεις.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κόστος αποπληρωμής μοιράζεται ανάμεσα στην τράπεζα και τον δανειολήπτη και δεν υπάρχει καμία χρησιμότητα και πρακτικό πνεύμα να εκτοξεύεται το κόστος αποπληρωμής οδηγώντας σε αδιέξοδο το ίδιο το δάνειο.
Πέραν των υπολοίπων, στις ίδιες τις διοικήσεις των τραπεζών αλλά και στα funds που έχουν αναλάβει ή αναλαμβάνουν τα σχετικά δάνεια θα πρέπει να υπάρξει ένα πρακτικό πνεύμα. Τα δάνεια, ακόμη και της εποχής των μνημονίων, θα πρέπει να πληρωθούν και να κλείσουν.
Η Ελλάδα ως χώρα και ως οικονομία έχει προχωρήσει προς τα εμπρός. Στα δημόσια οικονομικά της κλείνει τους λογαριασμούς της με τον καλύτερο τρόπο. Στο ιδιωτικό χρέος θα πρέπει με ευελιξία και σοβαρότητα να δώσει λύσεις και ρεαλισμό αποπληρωμής.
Το ελληνικό επιχειρείν και τα νοικοκυριά εκδηλώνουν τη δυσαρέσκειά τους για τις πρακτικές των συστημικών τραπεζών. Πρόσφατη ανεξάρτητη έρευνα δείχνει ότι οι νεότερες γενιές δεν ενδιαφέρονται να αναζητήσουν δουλειά στις τράπεζες εξαιτίας του κακού ονόματος που έχουν. Οι διοικήσεις των συστημικών τραπεζών θα πρέπει να αναζητήσουν λύσεις και υπέρβαση ως προς τη φήμη τους. Θα πρέπει λειτουργικά να αναλάβουν εκ νέου τις ευθύνες τους έναντι της οικονομικής και κοινωνικής συγκρότησης της χώρας. Δεν είναι καθοριστική η αρμοδιότητα της Πολιτείας και της διακυβέρνησης να λύσουν το ζήτημα. Είναι πρωταρχικά δική τους η ευθύνη να πορευτούν προς το μέλλον.
Εφημερίδα Απογευματινή











