Ο Traverso παρακολουθεί τη διαμόρφωση αυτής της εντυπωσιακής τροπής που κατέστησε τους πρώην παρίες και κατατρεγμένους σε αιχμή του δόρατος της επιθετικής δυτικής σκέψης και πολιτικής. Προς αυτή την έκβαση συνέκλιναν δύο διεργασίες: η υποδοχή και αναγνώριση των Ευρωπαίων Εβραίων (κυρίως Γερμανών) που βρήκαν καταφύγιο στην Αμερική και η ίδρυση και εξέλιξη του κράτους του Ισραήλ. Στην Αμερική, τη χώρα των δικαιωμάτων, οι Εβραίοι διανοούμενοι ονειρεύτηκαν ότι μπορούσαν να συμφιλιώσουν τις δύο μεγάλες πηγές του δυτικού πολιτισμού που συμβολοποιούνται στις πόλεις της Αθήνας και της Ιερουσαλήμ, μέσα από τον δεσμό Ουάσινγκτον – Τελ Αβίβ.
Παραπροϊόν αυτής της κίνησης είναι οι ευαγγελιστές (χριστιανοί) σιωνιστές, που σήμερα είναι πολλαπλάσιοι των Εβραίων σιωνιστών. Στον δρόμο συνέκλιναν και πολλοί πρώην μαρξιστές, που μετατοπίστηκαν σε έναν φανατικό αντικομμουνισμό για να ενωθούν με τη φονταμενταλιστική και φιλοεβραϊκή χριστιανική Δεξιά. Όργανό τους το περιοδικό «Commentary», που ιδρύθηκε το 1945 από την American Jewish Committee. Σε αυτή την οπτική, Δύση και ελευθερία ταυτίζονται ενώπιον της απειλής των νέων «βαρβάρων», του Σιδηρού Παραπετάσματος και του Ισλάμ κατόπιν.
Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και «παράδοξο» αυτής της νέας (δεξιάς αυτήν τη φορά) ηγεμονίας του εβραϊκού στοιχείου είναι ότι η πολιτική ενσωμάτωση των Εβραίων στον δυτικό κόσμο -κατά τον Traverso- «δεν είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση της ετερότητάς τους αλλά, παραδόξως, την ανάδειξή της». Το στίγμα μεταμορφώθηκε σε σημείο τιμητικής διάκρισης, δημιουργώντας -σύμφωνα με τον Πίτερ Νόβικ- ένα «“παρτικουλαριστικό ήθος”» εντελώς συμβατό με την κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων».
«Πολιτειακή θρησκεία»
Αυτό το φαινόμενο συνδέεται με δύο γεγονότα: την ύπαρξη πλέον ενός ανεξάρτητου εθνικού εβραϊκού κράτους και την αναγόρευση της μνήμης του Ολοκαυτώματος σε οικουμενική «πολιτειακή θρησκεία» για τη Δύση. Είναι μια παράδοξη συνύπαρξη εντός του αυτού ιδεολογικού αφηγήματος, μιας οικουμενικής αξίας (οικουμενικές συνέπειες του Ολοκαυτώματος) και ενός μοναδικού εθνοκεντρισμού (η τραγωδία του Ολοκαυτώματος αφορά αποκλειστικά τον εβραϊκό λαό και τρόπον τινά του προσδίδει μια μοναδική υπερβατικότητα). Έτσι -μας δείχνει ο Traverso πώς- «ο εβραϊκός κόσμος πολώθηκε γύρω από δύο βασικές αναφορές: τη μνήμη του Ολοκαυτώματος και την υποστήριξη στο Ισραήλ, τη νέα “πολιτειακή θρησκεία” των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το προπύργιο της Δύσης στην καρδιά του αραβικού κόσμου».
Το Ολοκαύτωμα αντιμετωπίστηκε με αποστασιοποίηση από τους σιωνιστές και τη μικρή τότε ιουδαϊκή κοινότητα της Παλαιστίνης (Γισούβ). Άρχισε, όμως, να αποκτά τεράστια σημασία κατά τη δεκαετία του 1960, όταν συνέβησαν δύο πολύ σημαντικά για το μέλλον του Ισραήλ γεγονότα: η δίκη του Άιχμαν το 1961 και ο θρίαμβος του Πολέμου των Έξι Ημερών το 1967. Στη δίκη του Άιχμαν, κατατέθηκε δημόσια η μαρτυρία των αυτοπτών που είχαν επιζήσει. Η πολιτική ιδιοφυΐα του Μπεν Γκουριόν διείδε τη διάνοιξη μιας εκπληκτικής δυνατότητας. Το Ολοκαύτωμα, που για την Άρεντ αποτελούσε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, εκπροσωπήθηκε αποκλειστικά από τους Εβραίους. Αντιμετωπίστηκε ως έγκλημα αντισημιτισμού με θύμα ειδικά τον ιουδαϊκό λαό.
Εξ ου και η ζηλότυπη απαγόρευση του παραλληλισμού του Ολοκαυτώματος με οποιαδήποτε άλλη γενοκτονία, όπως την αρμενική. Οι σιωνιστές, που έβλεπαν πάντα με περιφρόνηση τον «παθητικό Εβραίο της εξορίας», οικειοποιήθηκαν πλέον αυτό το τεράστιο ιδεολογικό κεφάλαιο της εξόντωσης αυτών ακριβώς των Εβραίων της Διασποράς. Έτσι, «η μνήμη του Ολοκαυτώματος μπολιάστηκε πάνω στον κορμό του σιωνισμού, για να γίνει η μήτρα μιας πολιτικής θρησκείας του ισραηλινού εθνικισμού», υπογραμμίζει ο Traverso.
Ο δυναμικός Εβραίος
Ο νέος δυναμικός Εβραίος, ο εργάτης γης, πολεμιστής, κατακτητής και εποικιστής, ο Muskeljude (μυώδης Εβραίος), προσεταιρίζεται τη θυσία των «ασθενικών και καχεκτικών» Εβραίων μικροαστών της Ευρώπης. Είναι εντυπωσιακό πόσο έμοιαζε η απορριπτική εικόνα του «Εβραίου της εξορίας» που έτρεφαν οι σιωνιστές με την καρικατούρα Εβραίου όπως τον αποδοκίμαζαν οι ναζιστές. Αυτή η στάση όμως ανατρέπεται άρδην: «Τα θύματα του Ολοκαυτώματος έγιναν εκ των υστέρων μάρτυρες της σιωνιστικής υπόθεσης. Η νίκη αγιοποιήθηκε και η κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών παγιώθηκε ως απαραίτητη εγγύηση ενάντια στην απειλή που αποτελεί η αναπόφευκτη εχθρότητα του γύρω κόσμου».
Η απρόσμενα εύκολη νίκη του 1967, από την άλλη, έπεισε την Αμερική να αξιοποιήσει το πανίσχυρο Ισραήλ ως προπύργιο των συμφερόντων της στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το εβραϊκό κράτος κατορθώνει να αναδυθεί ως ομογενές έθνος, μόνο μέσα από τον αποκλεισμό των Παλαιστινίων. Αυτό αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ριζοσπαστικοποίησης του Ισλάμ. Έτσι δημιουργήθηκε ένας νέος εχθρός για τη Δύση. Μαζί γεννιέται και η «δαιμονοποίησή» του. Τη θέση της παλαιάς εβραιοφοβίας κατέλαβε πλέον η ισλαμοφοβία και είναι εκπληκτική η ομοιότητα της ρατσιστικής ρητορικής μεταξύ των δύο περιπτώσεων.
Η δημιουργία πολιτειακών θρησκειών (civil religions ή κατά τον Raymond Aron, «religions séculières») είναι χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας, όπου η υποχώρηση του θρησκευτικού δεν συνοδεύτηκε από την εξασθένηση του ιερού. Σύμβολα από τη φύση τους κοσμικά (πατρίδα, ελευθερία, λογική) περιβάλλονται μια αύρα ιερή, την οποία παλαιότερα μονοπωλούσαν οι θεοί, οι άγιοι και οι προφήτες. Οι «πολιτειακές θρησκείες» έχουν πάρει μέχρι τώρα κυρίως εθνική μορφή.
Στην εμμονή
Στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος είναι sui generis, καθώς έχουμε εδώ ένα γεγονός που αξιώνει να είναι μοναδικό: υπάρχει μια «θεολογία» του Ολοκαυτώματος ως μοναδικού γεγονότος, είναι ένα ιερό συμβάν, διακριτό και ασύγκριτο με οτιδήποτε άλλο. Ένα είδος κοσμικής θεοδικίας που καθιστά το Ισραήλ κράτος γεννημένο ως λυτρωτική απάντηση στη γενοκτονία, άρα μια εξίσου ιερή οντότητα! Συγχρόνως όμως το ίδιο γεγονός (Ολοκαύτωμα) αξιώνει να είναι παγκόσμιο και οικουμενικό, όπου ως κορωνίδα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παίζει έναν ρόλο πλανητικής «πολιτειακής θρησκείας».
Έχουμε λοιπόν μια μετάβαση από την απώθηση στην εμμονή της μνήμης. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος εορτάζεται, τιμάται, διδάσκεται σε όλον τον Δυτικό Κόσμο. Έχει εισέλθει και δεσπόζει στον Κανόνα των δυτικών αξιών. Πρόκειται, όμως, για μια μνήμη ευνουχισμένη. Προβάλλει το θύμα και όχι τον ήρωα. Τα θύματα έχουν αναγνωριστεί ως ήρωες, οπότε οι πραγματικοί ήρωες για να βρουν θέση στις συλλογικές αναπαραστάσεις πρέπει να μεταμορφωθούν σε θύματα.
Με αυτόν τον τρόπο, η εβραιοσύνη έχει λάβει τα χαρακτηριστικά του αιώνιου θύματος. Πράγμα που ενοχοποιεί την όποια άσκηση κριτικής για πράξεις και πολιτικές του παρόντος. Από την άλλη, η μνήμη αυτού του τύπου έχει χάσει το κριτικό δυναμικό της και εξέπεσε σε μνημείο. Δεν έχει στόχο της την αποτροπή μιας επανάληψης, αλλά μοιάζει με έναν μηχανισμό σχεδιασμένο για την προστασία μιας μειονότητας που δεν απειλείται πλέον και συγχρόνως την ελαχιστοποίηση ή και παράβλεψη των ανάλογων εγκλημάτων που τελούνται στο ιστορικό παρόν.
Το τέλος της εβραϊκής νεωτερικότητας, αντί να καταργήσει την εβραϊκή ιδιαιτερότητα, της έδωσε μια νέα παράδοξη και εγγενώς αντιφατική τροπή: ένας κόσμος που θέλει να παρουσιάζεται όλο και πιο εκκοσμικευμένος και όλο και πιο παγκοσμιοποιημένος και υπερεθνικός έχει ως σκληρό αξιακό του πυρήνα την ασυλία του πλέον ακραίου εθνικισμού που έχει εμφανιστεί παγκοσμίως, ο οποίος, μάλιστα, παρά την κοσμικότητά του, δεν έχει άλλο θεμέλιο παρά τη Βίβλο.
Εφημερίδα Απογευματινή