Ελλάδα – Ισραήλ: Μια σχέση ομερτά που την τρέμει η Άγκυρα

Αθήνα και Λευκωσία παρέχουν στο Τελ Αβίβ το ζωτικής σημασίας στρατηγικό βάθος που χρειάζεται σε μια πιθανή αναμέτρηση με την Άγκυρα, ενώ προσφέρουν πολύ πιο βιώσιμες εναλλακτικές για οικονομική και ενεργειακή συνεργασία
13:00 - 13 Φεβρουαρίου 2026

Η επιτολή ενός νέου έτους γεμάτου από ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις φέρνει ανανεωμένη ελπίδα για προοπτικές του άμεσου μέλλοντος, υπό την προϋπόθεση ότι τα παθήματα του παρελθόντος θα γίνουν μαθήματα προς αποφυγή νέων λαθών. Μέσα στο 2026, τόσο τα 250 έτη από τη γέννηση του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όσο και τα 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου προβάλλουν ως σημαντικές επέτειοι, που συνδέονται με τα πολύτιμα αγαθά της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας.

Παράλληλα, μας θυμίζουν τους αγώνες και τις θυσίες που χρειάστηκαν ώστε να κερδηθούν η ελευθερία και η ανεξαρτησία. Και όπως όλα τα αγαθά, που κτώνται με τόσο μεγάλο κόστος και παραδίδονται από γενεά σε γενεά ως πολύτιμο κληροδότημα, οι «καταστάσεις» αυτές δεν πρέπει ποτέ να θεωρηθούν δεδομένες. Αντιθέτως, η κάθε εποχή συνοδεύεται από τους δικούς της ξεχωριστούς αγώνες, μέσα από τους οποίους οι γενιές που απολαμβάνουν τα συγκεκριμένα αγαθά καλούνται να αναμετρηθούν με την ιστορία και να αποδείξουν ότι είναι άξιοι της κληρονομιάς που φέρουν.

Με αφορμή τις σημερινές γεωπολιτικές εξελίξεις, αξίζει να σταθούμε λίγο στη φύση των διεθνών συμμαχιών μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο τοπίο. Καθώς οι ΗΠΑ πραγματοποιούν την περιβόητη «στροφή προς την Ασία» και επιχειρούν να κλείσουν ανοικτά μέτωπα σφυρηλατώντας μια εύθραυστη ειρήνη μέσα σε έναν ολοένα και πιο πολυπολικό κόσμο, η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον μιας ιστορικής ευκαιρίας να αναδειχθεί ζωτικός ενεργειακός κόμβος της Ευρώπης, κρίσιμο κομμάτι του νέου εμπορικού διαδρόμου IMEC, που ενώνει Ινδία, Μέση Ανατολή και Ευρώπη, και βασικός παράγοντας για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, εμπόδιο στην πραγματοποίηση του στρατηγικού αυτού οράματος στέκεται πάντα ο γνώριμος αντίπαλος που λέγεται Τουρκία, ο οποίος βυθίζεται μέρα με τη μέρα σε όλο και πιο ανεδαφική μεγαλομανία, εξαιτίας των επεκτατικών σχεδίων του νεοοθωμανισμού. Αυτήν τη στιγμή, η Άγκυρα λειτουργεί ως η υπ’ αριθμόν 1 αποσταθεροποιητική και αναθεωρητική δύναμη μέσα στην περιοχή.

Το προβληματικό ιστορικό και οι σημερινές θέσεις της Άγκυρας κάνουν την οποιαδήποτε προοπτική ελληνοτουρκικής προσέγγισης και καλλιέργειας μιας αληθινής και διαρκούς εταιρικής σχέσης εξαιρετικά απίθανη, όσο και αν προσπαθούν να θολώνουν τα νερά οι εγχώριοι απολογητές της πολιτικής του ενδοτισμού προς την Τουρκία. Οι νέες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου της Ελλάδας από οπλισμένα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη και η εμπρηστική ρητορική της Άγκυρας σηματοδοτούν την πλέον εναργή απόδειξη ότι δύο μόλις χρόνια μετά την υπογραφή της, η περιβόητη Διακήρυξη των Αθηνών έχει χάσει κάθε ισχύ και αξίζει λιγότερο από το χαρτί επάνω στο οποίο τυπώθηκε.

Είναι πια καιρός να εννοήσουν οι Έλληνες (και γηγενείς αυτοαποκαλούμενοι «φιλέλληνες») πολιτικοί και η αθηναϊκή «ελίτ» ότι η φιλία και η καλή γειτονία μεταξύ κρατών είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης και χωρίς την απαραίτητη αμοιβαιότητα, το μόνο που καταφέρνει η μονομερής τήρηση συμφωνιών και η άτεχνη επίκλησή τους είναι να αποδυναμώνει την πλευρά που τις τηρεί και να μειώνει τη θέση τους διεθνώς.

Τρομοκρατικά δίκτυα

Αντιθέτως το Ισραήλ, που βρίσκεται σε πορεία απευθείας σύγκρουσης με την Τουρκία -εξαιτίας της υποστήριξης που παρέχει η τελευταία σε ισλαμοφασιστικά τρομοκρατικά δίκτυα όπως η Χαμάς, της ρητορικής μίσους που προάγει και των προσπαθειών της να δορυφοροποιήσει τη Συρία– λειτουργεί στον αντίποδα της πρακτικής των ΕΕ, επειδή νιώθει την Άγκυρα να απειλεί τα ισραηλινά συμφέροντα.

Η Ελλάδα και η Κύπρος παρέχουν στο Ισραήλ το ζωτικής σημασίας στρατηγικό βάθος που χρειάζεται σε μια πιθανή αναμέτρηση με την Τουρκία, ενώ προσφέρουν πολύ πιο βιώσιμες εναλλακτικές για οικονομική και ενεργειακή συνεργασία. Το Ισραήλ μπορεί να μην είναι κράτος-μέλος της ΕΕ ή ούτε καν ευρωπαϊκή χώρα, αλλά προς το παρόν συμπεριφέρεται ως πολύ καλύτερη και πιο αξιόπιστη σύμμαχος για τα δύο ελληνικά κρατίδια.

Οι σχεδιαστές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα πρέπει επιτέλους να αρχίσουν να σκέφτονται όπως σκέφτεται και ο περίγυρός τους και να εννοήσουν ότι τα κοινά στρατιωτικο-επιχειρηματικά συμφέροντα είναι η μόνη βάση που μπορεί να εξασφαλίσει την αφοσίωση των συμμάχων. Η Αθήνα δεν πρόκειται να κερδίσει την υποστήριξη των υπόλοιπων Ευρωπαίων «εταίρων» της κραδαίνοντας το σπαθί της προς τη Μόσχα, πόσω δε μάλλον επικαλούμενη αφελώς τις κοινές «ευρωπαϊκές αξίες» και άλλα τέτοια φαιδρά.

Στην πραγματικότητα, το ευρωιερατείο ποσώς ενδιαφέρεται για όλα αυτά, διότι, σε τελική ανάλυση, το μοναδικό κριτήριο που έχει σημασία είναι το ίδιον όφελος. Ευτυχώς, αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή τα συμφέροντα του Ισραήλ μοιάζουν να συμβαδίζουν με αυτά της Ελλάδας και της Κύπρου και το γεγονός αυτό έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει έναν από τους μεγαλύτερους πολλαπλασιαστές ισχύος του 2026.

Εφημερίδα Απογευματινή