«Οι ερωτήσεις για τους γονείς µου µε ενοχλούν, έχουν γίνει γραφικές»

"Πάντα θα βρείς ένα μηχανισμό να λυτρωθείς στο τέλος" κάθε έργου, λέει η Ηρώ Μπέζου στην "Κυριακάτικη Απογευματινή", μιλώντας για τη σχέση της με το θέατρο και τη συγκραφή, για τις συνεργασίες, αλλά και τα επόμενα σχέδια της
15:00 - 1 Ιανουαρίου 2026

Η βραβευµένη ηθοποιός Ηρώ Μπέζου, µε αφορµή τη συµµετοχή της στο «Λεωφορείο ο πόθος», µιλά στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» για όλα: για την παράσταση, το ξεκίνηµά της, την τηλεόραση, τις ερωτήσεις που την ενοχλούν όταν επανέρχονται στους (διάσηµους) γονείς της, τις συνεργασίες
που την καθόρισαν, αλλά και για τα επόµενα σχέδιά της…

Το θρυλικό έργο του Τενεσί Ουίλιαµς, «Λεωφορείο ο πόθος», παρουσιάζεται στη σκηνή του θεάτρου «Προσκήνιο», σε σκηνοθεσία ∆ηµήτρη Καραντζά, µε εσάς στον ρόλο της Στέλλας.

Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο ανέβασµα (για δεύτερη χρονιά) του κλασικού έργου του Τενεσί Ουίλιαµς, µια συγκινητική και άµεση παράσταση. Και για µένα
προσωπικά είναι µια πολύ δηµιουργική διαδικασία, γιατί αυτός ο χαρακτήρας είναι ένας δύσκολος και εσωτερικός ρόλος, που βοηθά µια ηθοποιό να εξελιχθεί µαζί του. Η Στέλλα είναι µια κοπέλα που προέρχεται από ένα µεγαλοαστικό περιβάλλον, αλλά έχει εγκαταλείψει το πατρικό της σπίτι και έχει εγκατασταθεί στη Νέα Ορλεάνη, παντρεµένη µε έναν Πολωνό µετανάστη, τον Στάνλεϊ.

Ωσπου δέχεται την επίσκεψη της αδελφής της, Μπλανς. Εκεί η Στέλλα καλείται να διαχειριστεί τη µεγάλη αντιπαράθεση ανάµεσα στην αδελφή της και τον
σύντροφό της, που είναι δύο δυναµικές και αντίθετες προσωπικότητες. Το ταξικό κοµµάτι είναι πολύ ισχυρό στο έργο και ειδικά ο χαρακτήρας της Μπλανς
– στην ανάγνωση του ∆ηµήτρη Καραντζά. Αλλά, πέρα από όλα αυτά, νοµίζω ότι το έργο αναδεικνύει πολύ ουσιαστικά τις δυσκολίες των οικογενειακών
σχέσεων και τα συµπλέγµατα.

Πώς ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας µε το θέατρο;

Η ανάγκη να βάλω το θέατρο στη ζωή µου ήταν πολύ ισχυρή από µικρή ηλικία: αυτό νοµίζω ότι ήταν το πιο χαρακτηριστικό. Είναι µια διαδικασία που ξεκίνησε πολύ συνειδητά. Η αναγνώριση ήρθε σχετικά γρήγορα: το 2019 κερδίσατε το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη».

Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί µια τέτοια αναγνώριση και ποιο είναι το χειρότερο τίµηµα αυτής της επιτυχίας;

∆εν το έχω καταγράψει ως µια τόσο κοµβική στιγµή. Σίγουρα είναι µια κολακευτική επιβράβευση, αλλά δεν έχει καθορίσει τη διαδροµή µου. Μπορεί θεωρητικά σε έναν συνάδελφο το τίµηµα να είναι το να γλυκαθεί από µια τέτοια αναγνώριση και µετά να επιζητά συνεχώς να λειτουργεί µε έναν τρόπο που θα φέρει αντίστοιχες επιβραβεύσεις. Αλλά ευτυχώς κατάφερα να διαφύγω από τον κίνδυνο. Απ’ την άλλη, το θετικό είναι ότι µπορείς να αποκτήσεις πιο πολλές επιλογές.

Υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια κάποια εµπειρία ή συνεργασία που σας καθόρισε;

Είναι η συνεργασία µου µε τον καλό µου φίλο Γιάννη Παπαδόπουλο, µε τον οποίο συµπορευόµαστε από νεαρή ηλικία και έχουµε βρεθεί σε πολλές προσωπικές δουλειές µαζί, ή µε τον Χρήστο Θάνο, που επίσης έχουµε κάνει πολλές παραστάσεις. Σίγουρα το γεγονός ότι έγραψα δύο θεατρικά κείµενα
και έκανα δύο δικές µου παραστάσεις (τους «Ναυαγούς» το 2021 και «Το τέρας» το 2025) ήταν κάτι απαιτητικό και ριψοκίνδυνο και οφείλεται και σε αυτούς: ήταν κοµβική η συνάντησή µου µαζί τους.

Πώς συµπληρώνει η µία ενασχόληση την άλλη, η συγγραφέας την ηθοποιό;

Νοµίζω ότι το γεγονός ότι είµαι ηθοποιός µε βοηθά στο να γράφω κάτι που ξέρω ότι θα παιχτεί. Και αυτό γιατί µπορώ να αντιληφθώ σε έναν βαθµό τη λειτουργία του ανθρώπου που θα κληθεί να το ερµηνεύσει και άρα µπορώ να τον βοηθήσω καλύτερα στη διαδικασία της πρόβας. Αλλά και κάτι ακόµα: µετά, όταν ξαναπαίζεις έχοντας βρεθεί απ’ έξω, αντιλαµβάνεσαι καλύτερα τον ρόλο του σκηνοθέτη.

Τι απολαµβάνετε περισσότερο ως ηθοποιός;

Το να νιώθω ότι µου έχουν εµπιστοσύνη. Και το να είµαι στη σκηνή µε συναδέλφους που έχουµε κοινή επιθυµία. Γιατί όταν παίζεις σε µία παράσταση, το
να νιώθεις ότι µοιράζεσαι µε τους συναδέλφους σου κάτι ζωντανό, είναι το πιο σπουδαίο πράγµα που µπορεί να σου συµβεί.

Ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγµα σε αυτό το παιχνίδι; Μπορεί κάποιες φορές να γίνει επικίνδυνο;

Μπορεί να γίνει επικίνδυνο. Πρώτ’ απ’ όλα, βάζεις τον εαυτό σου σε µια δύσκολη και απαιτητική διαδικασία, ανεξάρτητα από το πώς αισθάνεσαι εκείνη
τη µέρα. Επικίνδυνο, ενδεχοµένως, είναι και το να τροφοδοτεί συνεχώς κάποιος ένα κοµµάτι πόνου ή ένα κοµµάτι οργής. Και να βάζεις µονίµως το σώµα
σου στη διαδικασία να βιώνει κάτι επώδυνο, το οποίο εµείς το περνάµε στην παράσταση. Αλλά, ταυτόχρονα, στην παράσταση έρχεται και µια λύτρωση
που τελικά το κάνει παιχνίδι, όπως είπατε αρχικά. ∆ηλαδή, το παιχνίδι είναι η λέξη-κλειδί: πάντα θα βρεις έναν µηχανισµό να λυτρωθείς στο τέλος της παράστασης. Αυτός είναι ο λόγος που το κάνουµε. Νοµίζω κάτι µέσα µας θέλει πολύ να περνά αυτή την περιπέτεια.

Τι συµβουλή θα δίνατε στη νεαρή Ηρώ Μπέζου, που µόλις τώρα ξεκινά την καριέρα της;

Θα της έλεγα να έχει λίγο µεγαλύτερη εµπιστοσύνη στο ένστικτό της. Να ακολουθεί περισσότερο τη διαίσθηση. Μαθαίνουµε ότι ετοιµάζεστε τώρα για την «Ευρυδίκη» του Ζαν Ανούιγ… Ναι, τον Φεβρουάριο θα συµµετέχω στην παράσταση του Χρήστου Θάνου, που σκηνοθετεί ο ίδιος και συνυπογράφουµε τη δραµατουργία. Είναι ένα έργο βασισµένο στην «Ευρυδίκη» του Ανούιγ, στο θέατρο «Rabbit Hole». Επικεντρώνεται στην υπερβατική σχέση του έρωτα και του θανάτου και στο κοµµάτι της µουσικής, το οποίο φυσικά συνδέεται άρρηκτα µε το µύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης.

Επειτα από όλα αυτά τα χρόνια, ποιες ερωτήσεις που σας κάνουν δεν θα θέλατε να χρειαστεί να απαντήσετε;

Οι ερωτήσεις για την οικογένειά µου, τον πατέρα µου (σ.σ. Γιάννη Μπέζο) και τη µητέρα µου (σ.σ. Ναταλία Τσαλίκη) έχουν γίνει λίγο γραφικές και δεν ξέρω
αν αφορούν και κανέναν οι απαντήσεις. ∆εν νοµίζω ότι υπάρχει κάτι άλλο που να µε ενοχλεί.

Ισως και µία ακόµα ερώτηση που γίνεται συχνά: Γιατί να έρθει κάποιος να δει την παράσταση;

Ποτέ δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπεί αυτή η ερώτηση. Νοµίζω ότι από µόνη της είναι λίγο ερώτηση-παγίδα.

Κυριακάτικη Απογευματινή