Λένα παπαλιγούρα: «Ελπίζω να µην αντικατασταθούµε από ολογράµµατα»

«Εάν δεν μπεις στο παραμύθι, δεν μπορείς να το αποδώσεις», λέει η λένα παπαληγούρα στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» σχετικά με τη δυσκολία των ρόλων – το θέατρο, τα βραβεία και οι εμπειρίες της με κορυφαίους διεθνείς σκηνοθέτες
21:38 - 15 Ιανουαρίου 2026

Είναι µια χαρισµατική ηθοποιός, µε ευρεία αποδοχή. Με συνεργασίες που εντυπωσιάζουν µε σκηνοθέτες-µυθικά ονόµατα, όπως ο Μποµπ Γουίλσον ή µόλις τώρα
ο Τόµας Οστερµάιερ. Αλλά και µε ένα πλούσιο ρεπερτόριο ρόλων όχι µόνο στο θέατρο, αλλά και στη µικρή και τη µεγάλη οθόνη. Η δε σκηνική της παρουσία είναι καθηλωτική, ειδικά µέσα από µονολόγους γυναικών σε ακραίες, οριακές καταστάσεις: η ερµηνεία που επεφύλαξε στην τραγική «Κατερίνα» του Κορτώ έχει αναγνωριστεί ως κορυφαία. Η ίδια, ωστόσο, διαθέτει άφθονο χιούµορ και µια πραγµατικά φιλοσοφηµένη άποψη για τη ζωή. Εδώ, η πολυβραβευµένη Λένα Παπαληγούρα, σε µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µιλά µεταξύ άλλων για το ξεκίνηµα, τις συνεργασίες της, τις εµπειρίες που τη σηµάδεψαν, τη µαγεία της θεατρικής σκηνής.

Στη µεγάλη επιτυχία «Ο εχθρός του λαού» του Ιψεν (έως τις 5 Απριλίου στο θέατρο «Κνωσσός») συνεργαστήκατε µε τον σπουδαίο Γερµανό σκηνοθέτη Τόµας Οστερµάιερ.Πώς ήταν αυτή η εµπειρία;

Θεωρώ ότι το έργο του Ιψεν είναι ένα αριστούργηµα και είναι τροµακτικό το πόσο ταιριάζει στην εποχή µας. Η διασκευή έφερε το έργο στο σήµερα, κρατώντας τον πυρήνα του ίδιο. Νοµίζω ότι, πραγµατικά, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι, ενώ το έργο σκηνοθετήθηκε και διασκευάστηκε από Γερµανό, ταιριάζει απόλυτα και στην ελληνική πραγµατικότητα, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται µάλλον ταιριάζει και σε πολλές άλλες. Αλλωστε, πρώτα ανέβηκε από γερµανικό θέατρο και µετά ταξίδεψε σε όλο τον κόσµο. Και αυτό που µας έλεγε ο Τόµας Οστερµάιερ είναι ότι σε όλο τον κόσµο, δηλαδή από τη Γερµανία µέχρι τη Σανγκάη, οι θεατές έβρισκαν θέµατα που τους αφορούν: σε σχέση µε τη διαφθορά της εξουσίας, σε σχέση µε τη διαστρέβλωση των πληροφοριών στα ΜΜΕ, µε το αν τελικά έχει δίκιο η πλειοψηφία ή πόσο µπορεί κάποιος να γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια και να την κρύβει από τον κόσµο. Ο Οστερµάιερ για µένα είναι ίσως η σηµαντικότερη
µορφή αυτή τη στιγµή στο θέατρο – τουλάχιστον στην Ευρώπη. Το βλέµµα του άλλαξε τον τρόπο που βλέπουµε το θέατρο. Και το να δουλεύεις µαζί του, είναι
µια πολύ ξεχωριστή εµπειρία.

Επίσης, σας βλέπουµε ξανά στον µονόλογο «Prima Facie» της Σούζι Μίλερ (στο θέατρο «Πορεία», έως τις 27 Ιανουαρίου), όπου ενσαρκώνετε µια δικηγόρο η οποία πίστευε ακράδαντα στη ∆ικαιοσύνη, µέχρι τη στιγµή που το ίδιο το σύστηµα στράφηκε εναντίον της. Ποια είναι η µεγαλύτερη δυσκολία αυτού του ρόλου;

Είναι ένα κείµενο που εγώ το έχω αγαπήσει πολύ, ένα σύγχρονο αριστούργηµα. ∆εν είναι τυχαίο ότι αυτή τη στιγµή παίζεται σε τριάντα χώρες. Αυτό έχει να
κάνει µε τη θεµατική του, αλλά έχει να κάνει και µε τον τρόπο που είναι γραµµένο, γιατί πολλά είναι τα έργα µε αυτήν τη θεµατική και δεν είχαν αυτήν την
απήχηση. Η Σούζι Μίλερ είναι η ίδια δικηγόρος και ξέρει πολύ καλά το δικαστικό σύστηµα. Ηταν δικηγόρος στην Αυστραλία, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται το έργο
επικοινωνεί µε την πραγµατικότητα πολλών χωρών. Το έργο έχει πολλές δυσκολίες: Πρώτ’ απ’ όλα, το γεγονός ότι είναι µονόλογος, δηλαδή ότι για µία ώρα
και 20 λεπτά είµαι στην παράσταση τελείως µόνη µου. Επίσης, το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια-δικηγόρος καλείται να διανύσει µια τεράστια διαδροµή. Αρχικά, είναι µία αδίστακτη δικηγόρος, η οποία σχεδόν δεν έχει ηθικούς φραγµούς και, προκειµένου να κερδίσει, είναι ικανή να κάνει τα πάντα. Μέχρι που συµβαίνει κάτι στην ίδια και συντελείται µέσα της µία τεράστια υπαρξιακή µετατόπιση και έτσι αποφασίζει να δοκιµάσει το σύστηµα. Για να βρεθεί -εν τέλει- αντιµέτωπη µε την αµείλικτη πραγµατικότητα του συστήµατος, η οποία θα την καταρρακώσει. Οπότε, στην παράσταση πρέπει να ακολουθήσουµε όλη αυτή τη διαδροµή: από την απόλυτη ακµή της δικηγόρου µέχρι την απόλυτη πτώση. Το έργο έχει µια ιδιαίτερη θεµατολογία γιατί έχει να κάνει µε την κακοποίηση. Λαµβάνω πολλά µηνύµατα από ανθρώπους που βλέπουν την παράσταση, οι οποίοι έχουν ζήσει ιστορίες που τους βάζουν σε σκέψεις. Και αυτό είναι πολύ ελπιδοφόρο για έναν ηθοποιό.

Υποδύεστε ρόλους δύσκολους, µιας γυναίκας που αυτοκτονεί (στην περίφηµη «Κατερίνα» του Αύγουστου Κορτώ) ή, τώρα, µιας άλλης γυναίκας που τη βιάζουν. Επηρεάζει έναν ηθοποιό αυτή η µεταµόρφωση κάθε βράδυ; Μπορεί η υποκριτική να αποδειχθεί επικίνδυνο παιχνίδι;

Ο κάθε ηθοποιός έχει τη δική του µέθοδο. Κατά τη διάρκεια των προβών εγώ κάνω µία έρευνα. Ας πούµε, στην περίπτωση αυτή, πήγα στα δικαστήρια, παρακολούθησα δίκες, γιατί αλλιώς δεν γινόταν να καταλάβω σε βάθος το έργο, καθώς είναι ένα πολύ σύνθετο κείµενο. Οντως ήταν σκοτεινή η περίοδος εκείνη,
γιατί πραγµατικά έβλεπα ότι είναι δύσκολο να έρθει η δικαίωση σε πρόσωπα τα οποία φαίνεται ότι έχουν δίκιο, αλλά δεν µπορούν να το αποδείξουν. Οµως, όταν
φτιάχνεις µια παράσταση, όταν η παράσταση αυτή διαµορφώνεται και παρουσιάζεται στον κόσµο, οφείλεις να έχεις βρει και έναν τρόπο να βγαίνεις από αυτήν. Αλλιώς, είναι πράγµατι ένα επικίνδυνο παιχνίδι. ∆ηλαδή, θέλω να πω ότι όπως δηµιουργείς τον χαρακτήρα, έτσι ανακαλύπτεις και τον δικό σου τρόπο να
φεύγεις από αυτόν και να επιστρέφεις όταν χρειάζεται. Πάντως, µου έλεγε µια φίλη γιατρός ότι αν µετρήσει κάποιος τους καρδιακούς παλµούς την ώρα της
παράστασης σίγουρα προκαλείται στον εαυτό σου ένα πολύ µεγάλο στρες. Γιατί προκειµένου να υποδυθείς τον ρόλο και να φτάσεις σε αυτές τις εντάσεις, εννοείται ότι υποβάλλεις τον εαυτό σου σε µια δοκιµασία: εάν δεν µπεις στο παραµύθι, δεν µπορείς να το αποδώσεις.

Αυτό το µπες-βγες µέσα στους ρόλους, η ενασχόλησή σας δηλαδή µε την υποκριτική, πώς ξεκίνησε;

Εχω µια ζωγραφιά µε ένα κειµενάκι από την Α’ ∆ηµοτικού που έλεγα ότι όταν µεγαλώσω θα γίνω ηθοποιός. Οπότε προφανώς κάτι µε έχει από νωρίς τραβήξει
σε αυτό. ∆εν ξέρω τι είναι αυτό που κάνει ένα παιδί να λέει κάτι τέτοιο. Ισως το γεγονός ότι ήµουν µοναχοπαίδι και έβρισκα έναν τρόπο να επικοινωνώ µέσα
από το να κάνω ρόλους ή να υποδύοµαι πολλά πρόσωπα και να φτιάχνω ιστορίες. Είτε, ακόµη, το γεγονός ότι πίσω από τους ρόλους είσαι ελεύθερος να δηµιουργήσεις πράγµατα µε τη φαντασία σου. Ολα αυτά µου άρεσαν. ∆ιασκέδαζα.

Τι σας αρέσει τώρα περισσότερο στην υποκριτική, σε αυτό που είναι πλέον δουλειά για εσάς;

Εµένα µου αρέσει το γεγονός ότι επειδή σε ένα έργο ξέρεις το τέλος, µπορείς να είσαι πάρα πολύ ελεύθερος µέσα στη διαδροµή. Ενώ στη ζωή δεν ξέρουµε πότε
και πώς θα έρθει το τέλος και σε ό,τι κι αν επιχειρούµε αισθανόµαστε µεγαλύτερη ανασφάλεια. Και το άλλο που µου αρέσει, είναι ότι η σκηνή έχει κάτι: Χθες
ήµουν άρρωστη και το πώς έπαιξα ήταν ένα θαύµα. Αλλά µόλις ανέβαινα στη σκηνή ήµουνα µια χαρά. Αλλά αυτό δεν µπορώ να το εξηγήσω. Νοµίζω ότι είναι
η αδρεναλίνη. Είναι όντως περίεργο.

Υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια πορείας ως ηθοποιού κάποια εµπειρία που αισθάνεστε ότι σας έχει σηµαδέψει;

Είναι αρκετά. Σίγουρα, η εµπειρία της «Κατερίνας» µε προχώρησε πολύ. Γιατί ήταν µια παράσταση η οποία έγινε µε πολύ απλά υλικά, µε πάρα πολλή πίστη και µε φοβερή χηµεία µε τον Γιώργο Νανούρη, µε τον οποίο γίναµε οικογένεια ύστερα από αυτήν την παράσταση. Και είχε και µια πολύ µεγάλη διαδροµή. ∆ηλαδή, η παράσταση αυτή αρχικά έγινε όταν ήµουν ανύπαντρη, µετά επαναλήφθηκε όταν γνώρισα τον άντρα µου, µετά όταν έκανα το πρώτο µου παιδί, το δεύτερο, δηλαδή
έχει περάσει από πολλά στάδια, οπότε το κείµενο έχει φωτιστεί µε πολλούς, διαφορετικούς τρόπους. Αλλά και η «Αόρατη Ολγα» σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούµπη, που ήταν η παράσταση µε την οποία πήρα το Βραβείο Μερκούρη -ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα υποκριτικά ότι κάπως πατάω στα πόδια µου. Και µετά από αυτό, σίγουρα η συνεργασία µε τον Μποµπ Γουίλσον και τώρα µε τον Τόµας Οστερµάιερ, τεράστιοι καλλιτέχνες και οι δύο – λυπήθηκα τροµερά που χάθηκε ο Μποµπ Γουίλσον. Αλλά, µε τα χρόνια, κατάλαβα ότι είναι πιο πολύ αγώνας αντοχής καιόχι ταχύτητας. Οτι τα πράγµατα έχουν µια ροή. ∆εν έχει σηµασία ακριβώς τι
θα κάνεις στο επόµενο βήµα.

Πριν από λίγο αναφερθήκατε στη βράβευσή σας και δεν µπορώ να µη σας ρωτήσω: Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί µια τέτοια αναγνώριση και ποιο είναι το χειρότερο τίµηµα αυτής της επιτυχίας;

Ηµουν πολύ µικρή όταν πήρα αυτό το βραβείο. Οπότε για µένα ήταν πραγµατικά µια βοήθεια να πατήσω στα πόδια µου, να µην έχω τόση ανασφάλεια, να πιστέψω ότι καλά έκανα και επέλεξα αυτό το επάγγελµα. Ηταν ένα φιλικό χτύπηµα στην πλάτη και σίγουρα µια µεγάλη στιγµή. Από εκεί και πέρα, αυτό σε γεµίζει µε µια αγωνία να φανείς αντάξιος του βραβείου.

Υπάρχει κάποιο απωθηµένο; Κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε;

Νοµίζω ότι τα πιο ωραία πράγµατα είναι αυτά που δεν έχω τολµήσει να φανταστώ ότι θα έρθουν. Ποτέ δεν είχα τολµήσει να φανταστώ ότι θα γνωρίσω τον Τόµας Οστερµάιερ. ∆ουλέψαµε, όµως, µαζί. Τα πράγµατα είναι πιο ανοιχτά πια και αυτό είναι πολύ καλό για τους καλλιτέχνες. ∆ηλαδή, µπορούµε να επικοινωνούµε και µε ανθρώπους από άλλες χώρες. Είναι πολύ εµπνευστικό αυτό. Και βλέπεις ότι τελικά η γλώσσα της τέχνης είναι πάνω από τη µητρική γλώσσα.

Τι συµβουλή θα δίνατε στη νεαρή Λένα Παπαληγούρα που µόλις τώρα ξεκινά την καριέρα της;

Να µη φοβάται να είναι ο εαυτός της. Και να ζει την κάθε στιγµή, γιατί είναι µικρή η ζωή. ∆υστυχώς το καταλαβαίνω αυτό τώρα, µεγαλώνοντας, ότι είναι µικρή η
ζωή και πρέπει να τη χαιρόµαστε και να τη γιορτάζουµε.

Εχετε κάνει επιτυχίες και στην τηλεόραση και στον κινηµατογράφο και στο θέατρο. Ποιο µέσον είναι πιο κοντά σε εσάς και γιατί;

Νοµίζω ότι πιο κοντά µου είναι το θέατρο, επειδή έχω ασκηθεί περισσότερο σε αυτό. Αλλά αγαπώ πολύ και το σινεµά. Στην τηλεόραση, όταν γίνεται µε
καλές προδιαγραφές, είναι ωραίο το γύρισµα. Είναι διαφορετικός τρόπος δουλειάς. Απλώς το θέατρο έχει τη ζωντανή επικοινωνία, που δεν αντικαθίσταται
µε τίποτα.

Ο κόσµος σήµερα γεµίζει τα θέατρα και είναι διάχυτη η αίσθηση ότι δεν λείπει το ταλέντο από τη νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών, κάθε άλλο. Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα και πώς την επόµενη µέρα;

Νοµίζω ότι, πράγµατι, υπάρχει ταλέντο. Ειδικά η νέα γενιά έχει πολύ καλά υλικά. Πέρα από ταλέντο έχει και πολύ σεβασµό, πολλή αλληλοϋποστήριξη, είµαστε ωραίες οµάδες. Το έλεγε και ο Οστερµάιερ αυτό, ότι χαίρεται που οι Ελληνες ηθοποιοί είναι δοτικοί, γενναιόδωροι. Και εγώ νοµίζω ότι έτσι είµαστε. Οπότε έχω ελπίδα και πιστεύω ότι γενικά σε µια εποχή όπου κυριαρχεί η τεχνολογία, η ζωντανή επικοινωνία του θεάτρου θα είναι πάντα κάτι που θα αναζητάµε. Ετσι πιστεύω εγώ. Ελπίζω να µην αντικατασταθούµε από ολογράµµατα. Θέλω να πιστεύω ότι ο κόσµος πάντα θα θέλει να βλέπει και να ακούει την καρδιά του διπλανού του να
χτυπά σε πραγµατικό χρόνο.

Κυριακάτικη Απογευματινή