Γιάννης Κακλέας: «Το θέατρο κινδυνεύει από την ατολµία…»

Ο εμβληματικός σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας, με αφορμή τη "Locadiera" του Γκολντονι, που θα ανεβάσει στο θέατρο Τέχνης, μιλά στην "Κυριακάτικη Απογευματινή" για τη σάτιρα που δοκιμάζεται απέναντι στο κοινό, το άγχος να συνδυάζει κανείς την καλλιτεχνική επιτυχία με την εμπορική και τα πολλά σχεδιά του
22:00 - 20 Ιανουαρίου 2026

Είναι από τους πλέον σηµαντικούς Ελληνες σκηνοθέτες του θεάτρου, γνωστός για την ανατρεπτική και εικαστικά πληθωρική µατιά του στις παραστάσεις που ανεβάζει. Εχει σκηνοθετήσει περισσότερες από 120 παραστάσεις, µε το έργο του να εκτείνεται από το κλασικό δράµα και την αρχαία κωµωδία µέχρι σύγχρονα έργα και µεγάλες µουσικοθεατρικές παραγωγές.

Εδώ, ο Γιάννης Κακλέας, µε αφορµή την περίφηµη «Locandiera» του Κάρλο Γκολντόνι, που ανεβάζει από τις 5 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Τέχνης, δίνει µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» και µιλά για τις δυσκολίες που αντιµετώπισε στο ανέβασµα της παράστασης, για τη σχέση σάτιρας και πολιτικής ορθότητας, τα εφηβικά και τα ώριµα όνειρα, το άγχος να συνδυάζει κανείς την καλλιτεχνική επιτυχία µε την εµπορική, την τέχνη του θεάτρου σε εποχές δύσκολες και την επόµενη µέρα, αλλά και για τα σχέδιά του που είναι πολλά και τον οδηγούν µε αισιοδοξία στο µέλλον.

Σκηνοθετείτε τη «Locandiera» του Κάρλο Γκολντόνι. Τι το ιδιαίτερο έχει αυτό το έργο για εσάς; Για ποιο λόγο το επιλέξατε;

Πρώτ’ απ’ όλα, επειδή ο Γκολντόνι (που αγαπάω ιδιαίτερα) είναι ένα σηµείο αναφοράς στο παγκόσµιο θέατρο, ένας συγγραφέας που ξεπερνώντας το σχηµατικό θέατρο της Commedia dell’ Arte άρχισε να γράφει έργα µε έντονα ρεαλιστικούς χαρακτήρες, µε καυστικό χιούµορ, αλλά και ταυτόχρονα µε µια διάθεση να ψάξει την ανθρώπινη ψυχολογία και να την εκθέσει στο κοινό -κάτι που µέχρι τώρα αυτό ήταν άγνωστο. Στην ουσία, πρόκειται για έργα προσαρµοσµένα στην καθηµερινή ζωή µε πολυδιάστατους χαρακτήρες.

Το δεύτερο, είναι βέβαια η επιλογή του έργου. Η «Locandiera» είναι ένα κείµενο πάνω στη γυναικεία ψυχολογία και στη γυναικεία ύπαρξη: εστιάζει στη γυναίκα µιας νέας εποχής. Είναι ευφυής, προοδευτική, απόλυτα κυρίαρχη στη ζωή της και για την περίοδο που το έγραφε ο Γκολντόνι αποτελεί καινούργια µατιά πάνω στο γυναίκειο θέµα.

Πώς το έργο συνοµιλεί µε το σήµερα, ειδικά σε σχέση µε την ισότητα των φύλων και την κοινωνική χειραφέτηση;

Το έργο όντως διαπραγµατεύεται αυτά τα θέµατα µε έναν τρόπο που ξέρει πολύ καλά ο Γκολντόνι να διαχειρίζεται. Πρώτ’ απ’ όλα, το έργο είναι κωµωδία – ο συγγραφέας τα βλέπει όλα µε σατιρική µατιά. ∆ιακωµωδώντας τα, σατιρίζοντάς τα – πάντα µε µια ειρωνεία για τη σιγουριά των ανδρών, που αντλούν δύναµη από τον πλούτο ή την αριστοκρατική καταγωγή τους. Νοµίζουν ότι µπορούν να φέρονται µε έναν τρόπο υπεροπτικό, που αποδεικνύεται όµως τρόπος κενός για τη γυναικεία ύπαρξη.

Επιπλέον, ο συγγραφέας δεν θα µπορούσε να αφήσει έξω την παρουσία του έρωτα, της Μιραντολίνας µε τον Ροµπέρτο, που έχει να κάνει πια µε τη αρχέγονη µάχη του αρσενικού και του θηλυκού.

Σκηνοθετικά, τι δυσκολίες αντιµετωπίσατε στο ανέβασµα της παράστασης, αλλά και τι προκλήσεις;

Το ενδιαφέρον µε το ανέβασµα ενός κλασικού έργου σε µια σύγχρονη εποχή, όπως αυτή που ζούµε τώρα, είναι στο πώς θα διαµορφώσεις το κείµενο έτσι ώστε να αφορά το σήµερα. ∆ηλαδή πώς η δραµατουργική σου επεξεργασία θα αφαιρέσει, κατά κάποιον τρόπο, στοιχεία που είναι εγκλωβισµένα σε µια παράδοση που έχει εκλείψει, αλλά και πώς θα τονίσεις τα στοιχεία που αφορούν τον σηµερινό θεατή.

Αυτή είναι µια σηµαντική πρόκληση την οποία αντιµετωπίζω σε κάθε κλασικό έργο που ανεβάζω. Γιατί σηµασία έχει τα έργα να επικοινωνούν µε το σήµερα, χωρίς βέβαια να αλλοιώνεται ούτε ο χαρακτήρας τους ούτε το νόηµά τους. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να κάνω αυτά τα έργα, µε την έννοια δηλαδή του µουσειακού ανεβάσµατος.

Η σάτιρα, όπως συµβαίνει και µε το συγκεκριµένο έργο, είναι αναγκαστικά συνυφασµένη µε τα κακώς κείµενα και τα αναδεικνύει, αναµετριέται µε αυτά. Πιστεύετε ότι κινδυνεύει στις µέρες µας από την πολιτική ορθότητα, από µια νέα καθώς πρέπει συµπεριφορά;

Αν η έννοια της πολιτικής ορθότητας φτάσει να είναι µια έννοια καταπιεστική, συντηρητική και ευνουχιστική, τότε βέβαια κινδυνεύει. Τότε όµως παύει να είναι πολιτική ορθότητα και µετατρέπεται σε πουριτανικό συντηρητικό διάταγµα. Και αυτό δεν µπορεί να ισχύσει.

Κοιτάξτε, το θέατρο έχει µια ελευθερία. Εχει µια ελευθερία να σατιρίσει µε ευγένεια, µε καυστικότητα, αλλά και µε µέτρο όλα τα κακώς κείµενα. Είναι µια διαφορετική τέχνη από τις άλλες, γιατί είναι µια σάτιρα που δοκιµάζεται τη στιγµή που δηµιουργείται, δηλαδή έχει το κοινό απέναντί της. Οπότε, οτιδήποτε προσβλητικό, οτιδήποτε υβριστικό, θα κάνει το κοινό να αντιδρά εκείνη τη στιγµή και φέρνει στα µέτρα τον ηθοποιό ή τον συγγραφέα.

Αρα το θέατρο δεν κινδυνεύει από αυτό. Κινδυνεύει από ατολµία. Και δεν πρέπει ποτέ να χάνουµε την τόλµη να σατιρίζουµε τα κοινωνικά και πολιτικά θέµατα σε βάθος.

Εχετε µια µεγάλη διαδροµή στο θέατρο και θα ήθελα να µας πείτε τι είναι αυτό που σας τράβηξε κάποτε προς εκείνη την επιλογή, αλλά και έπειτα από τόσα χρόνια τι σας αρέσει περισσότερο σε αυτήν.

Το θέατρο είναι µια µαγική τέχνη. Γιατί κάθε φορά υπάρχει ένα διαφορετικό project, µια διαφορετική περιπέτεια, µια επαφή µε άλλους ανθρώπους, που κάνει τη ζωή ενδιαφέρουσα και πολύχρωµη.

Ταυτόχρονα, δεν υπάρχουν τα προβλήµατα που έχουν οι άνθρωποι του κινηµατογράφου, δηλαδή να προσπαθεί κάποιος να κάνει µια ταινία κάθε πέντε χρόνια! Είναι µια τέχνη πιο άµεση, µια βιοτεχνία ονείρων. ∆ηµιουργούµε τον χρόνο µία ή δύο παραστάσεις και ζούµε σε αυτόν τον βιότοπο της θεατρικής µαγείας.

Και βέβαια, ασχολούµαστε µε συγγραφείς που σου δίνουν νοήµατα ζωής και σε ωθούν σε αυτογνωσία. Γιατί όταν έχεις να δουλέψεις µε κείµενα του Ουίλιαµ Σέξπιρ, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη, του Ντε Φιλίπο, τώρα του Γκολντόνι, καταλαβαίνετε τι πλούτος υπάρχει και πόσο εµείς είµαστε ευγνώµονες που µπορούµε και παίζουµε µε αυτά τα κείµενα µαθαίνοντας.

Υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια πορείας κάποια συνεργασία ή γνωριµία που να σας καθόρισε ή σας προχώρησε στην τέχνη σας και θα θέλατε να αναφερθείτε σε αυτήν;

Πολλές επαφές, πολλές γνωριµίες – µέσα σε αυτά τα 45 χρόνια είναι πάρα πολλοί εκείνοι που µε έχουν βοηθήσει.

Αν έπρεπε να αναφέρετε δύο;

Αν έπρεπε να αναφέρω δύο, θα αναφέρω τον Βασίλη Χαραλαµπόπουλο, που είναι ο αγαπηµένος µου ηθοποιός και συνεργαζόµαστε κάθε φορά µε µεγάλη επιθυµία να δηµιουργήσουµε, και από την πλευρά των συντελεστών είναι ο Μανόλης Παντελιδάκης, που είναι συνοδοιπόρος όλα αυτά τα χρόνια στην εικόνα και που µαζί έχουµε δηµιουργήσει ένα συγκεκριµένο στιλ.

Το επάγγελµα του σκηνοθέτη είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επάγγελµα, στο οποίο εκτίθεσαι. Ποιο είναι το πιο δύσκολο κοµµάτι αυτής της τέχνης;

Το πιο δύσκολο και το πιο γοητευτικό είναι η διάθεση να µπορείς -χωρίς φόβο- να εξοµολογηθείς τις βαθιές σου επιθυµίες, τους φόβους σου, τις ανασφάλειές σου, τη διάθεσή σου για ανατρεπτικό χιούµορ. Και όλα αυτά, να πηγάζουν από µια εσωτερική διάθεση να νιώθεις ότι αυτό που έκανες σε εκφράζει σε έναν πολύ µεγάλο βαθµό.

Γιατί αυτή η έκθεση, ναι, µπορεί να είναι οδυνηρή καµιά φορά ή να φαίνεται ότι σου δηµιουργεί µια αίσθηση αµηχανίας, αλλά χωρίς αυτή δεν υπάρχει δηµιουργία. Αµα δεν είσαι βαθιά αληθινός και αν δεν έχεις τα εργαλεία να εκθέσεις αυτή τη βαθύτητα των στοιχείων που σας περιέγραψα πριν, δεν είσαι καλλιτέχνης.

Ενας καλλιτέχνης, τόσο δραστήριος όσο εσείς, έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;

Βέβαια, πάρα πολλά πράγµατα: τα παιδιά µου, η σχέση µου µε τη γυναίκα µου, τα ταξίδια, τα διαβάσµατα. Το καλό µε τη σκηνοθεσία είναι ότι ενώ ασχολείσαι πολύ έντονα για σχεδόν τα τρία τέταρτα του έτους, µε µια έντονη δραστηριότητα και πνευµατική και σωµατική, σου δίνει ένα περιθώριο 3-4 µηνών όπου βρίσκεσαι σε µια αγρανάπαυση και µπορείς να σκεφθείς πράγµατα που έχουν να κάνουν µε τον εαυτό σου και µε τα όνειρά σου.

Μιλώντας για όνειρα, έχετε κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο, κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε, ή ακόµα -να τολµήσω τη λέξη- κάποιο απωθηµένο;

Φυσικά και έχω. Και ποιος δεν έχει; ∆εν υπάρχει περίπτωση να έχει κάποιος πραγµατοποιήσει όλα τα όνειρά του. Ξέρετε, υπάρχουν τα εφηβικά όνειρα που µέσα σε αυτά σκέφτεσαι πολλά και διάφορα σχεδόν στον βαθµό του απραγµατοποίητου.

Υπάρχουν και τα ώριµα όνειρα, που έχουν να κάνουν πια µε τη γνώση της πραγµατικότητας. Μέσα σε αυτή την πορεία υπάρχουν αγαπηµένοι άνθρωποι που σε προχωράνε στη ζωή σου. Και µε αυτούς τους ανθρώπους συνεργάζεσαι και ονειρεύεσαι συλλογικά ποιο θα είναι το επόµενο βήµα.

Αρα, ναι, έχω διάφορα σχέδια, χωρίς να αναφερθούµε συγκεκριµένα, γιατί είναι πάρα πολλά και µε οδηγούν µε αισιοδοξία στο µέλλον.

Εχετε µια πορεία όλα αυτά τα χρόνια ως σκηνοθέτης, η οποία έχει ευρέως αναγνωριστεί. Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί µια τέτοια αναγνώριση και ποιο ενδεχοµένως το χειρότερο τίµηµα αυτής της επιτυχίας;

Ωραία το θέσατε. Πάντα στη σκέψη αυτή η πρώτη µου αντίδραση είναι να αναλύσω τι εννοούµε επιτυχία. Γιατί έχουν υπάρξει διαφορετικότητες στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, βέβαια.

Υπάρχουν επιτυχίες που έχουν κάνει µια πολύ µεγάλη είσπραξη – αυτό που λέµε «µια µεγάλη εισπρακτική επιτυχία». Και είναι πολλές αυτές, όπως είναι ο «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» µε τον Βασίλη Χαραλαµπόπουλο, ή οι «∆αίµονες» µε την Αννα Βίσση.

Υπάρχουν και καλλιτεχνικές επιτυχίες που έχουν να κάνουν µε πιο εσωτερικής διάθεσης ανεβάσµατα, όπως είναι το «Κουρδιστό πορτοκάλι» µε τον Αρη Σερβετάλη ή ο «Ρινόκερος».

∆εν υπάρχει κάποιο τίµηµα. Το µόνο τίµηµα είναι η επιθυµία των παραγωγών, για κάθε τι που ανεβάζω, να είναι γεµάτο το θέατρο. Και αυτό, ξέρετε, είναι ένα άγχος που µπορεί να έχει κάποιος καλλιτέχνης, όταν προσπαθεί να συνδυάσει την καλλιτεχνική µε την εµπορική διάθεση.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο κόσµος σήµερα γεµίζει τα θέατρα. Και είναι διάχυτη η αίσθηση ότι δεν λείπει το ταλέντο από τη νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών, κάθε άλλο. Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα και πώς την επόµενη µέρα;

Το θέατρο είναι µια τέχνη που έχει αποδείξει ότι ξεπερνά όλα τα εµπόδια και της τεχνολογίας, αλλά και µιας κοινωνικής θλίψης που µπορεί να έχει ο κόσµος. Και αυτό επειδή µπορεί, ανά πάσα στιγµή, να διαπραγµατεύεται τα προβλήµατα.

Οπως σας είπα και πριν, το θέατρο είναι άµεσο. ∆ηλαδή ένα έργο µπορεί να γραφτεί τώρα και να παιχτεί έπειτα από 45 πρόβες. Αρα έχει την έννοια της εφήµερης κριτικής και του σύγχρονου προβληµατισµού.

Και αυτό κάνει τον θεατή να διατηρεί έντονο το ενδιαφέρον, γιατί καθρεφτίζεται µέσα σε αυτό, ανακουφίζεται, διασκεδάζει. Οπότε είναι µια τέχνη που σε κάθε εποχή θα βγάζει τα ταλέντα της και σε κάθε εποχή θα έχει τις εξάρσεις της.

Και δεν φοβάµαι καθόλου: είναι µια τέχνη που πιστεύω ότι θα βρει τον δρόµο της στο µέλλον µε ουσία.

Κυριακάτικη Απογευματινή