Είναι ένας από τους πλέον ταλαντούχους Ελληνες ηθοποιούς, πολυβραβευµένος και αναγνωρισµένος, µε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε σπουδαίες θεατρικές παραστάσεις, σηµαντικές κινηµατογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Ενδεικτικά, θα µπορούσε να αναφέρει κάποιος ότι ήταν στην οµάδα του Εθνικού Θεάτρου που συµµετείχε το 2006 σε περιοδεία στη Νέα Υόρκη µε τους «Πέρσες» του Αισχύλου, ενώ το 2012 βρέθηκε, πάλι µε το Εθνικό Θέατρο, στο Φεστιβάλ Σέξπιρ στο περίφηµο Globe Theatre του Λονδίνου. Το 2003 τιµήθηκε µε το Βραβείο Χορν και το 2008 µε το Βραβείο Β’ ανδρικού ρόλου για την ερµηνεία
του στην ταινία «Σκλάβοι στα δεσµά τους», στο Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Θεσσαλονίκης. Εδώ, ο Χρήστος Λούλης, µε αφορµή την παράσταση «Cleansed» στην οποία πρωταγωνιστεί (στο Ιδρυµα «Μιχάλης Κακογιάννης») και την επικείµενη παράσταση «Τζένη Τζένη» (που θα δούµε µετά το Πάσχα), δίνει στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης και -ανάµεσα σε άλλα- µιλά για την τωρινή και προ εικοσιπενταετίας εµπειρία του µε το έργο της Σάρα Κέιν, το φαινόµενο της αναβίωσης σε θεατρική εκδοχή αγαπηµένων ελληνικών ταινιών, τους ανθρώπους που τον σηµάδεψαν, τα βραβεία, την υπό ίδρυση Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών και τις θεατρικές σχολές, αλλά και για ένα ανεκπλήρωτο όνειρο που έχει, να δουλέψει σε ταινία του Ταραντίνο…
Πρωταγωνιστείτε στο έργο της Σάρα Κέιν «Cleansed», σε σκηνοθεσία του ∆ηµήτρη Καραντζά. Πριν από 25 χρόνια είχατε και πάλι πρωταγωνιστήσει στο έργο αυτό (τότε µε τίτλο «Καθαροί, πια», σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή). Τι σηµαίνει αυτό το έργο για εσάς και πού έγκειται η διαχρονική του αξία;
Το έργο για µένα σηµαίνει πάρα πολλά. Ηταν η πρώτη βαθιά, αληθινή προσπάθειά µου σε κάτι θεατρικό. Οι συνθήκες που δουλεύαµε τότε ήταν ακραίες. Η παρακαταθήκη που µας άφησε ο Λευτέρης ήταν και είναι πολύ σηµαντική για όλους µας. Τα πράγµατα µε τα οποία καταπιάνεται το έργο από µόνο του είναι τόσο βαθιά, σαν να είναι γραµµένα στο DNA της ανθρώπινης ψυχής. Και τώρα που το ξανακάναµε, µου έρχονταν ακούσµατα και εικόνες από εκείνη την περίοδο και την πρώτη µου επαφή µε το έργο, που τότε -και λόγω της ηλικίας των 24 ετών- δεν µπορούσα να καταλάβω πλήρως. Τώρα που καταλαβαίνω λίγο περισσότερα νοµίζω ότι πρόκειται για ένα έργο το οποίο είναι γυµνό από συµπεριφορές, γυµνό από πλοκή, είναι σαν να βλέπεις ένα τραγούδι επί σκηνής. ∆ιαδραµατίζεται σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυµα, σε ένα Πανεπιστήµιο που είναι µόνο για αγόρια. Σε αυτό το ίδρυµα είµαι υπεύθυνος, αν όχι αφεντικό. Το έργο δεν απεικονίζει
πραγµατικά ανθρώπους, αλλά κατηγορίες ανθρώπων, καταστάσεις ανθρώπων.
Ο Τίνκερ λοιπόν, που ερµηνεύω, είναι επιφορτισµένος µε το να τιµωρεί τους ανθρώπους που δεν συµµορφώνονται. Είναι ένα µέρος όπου, εάν δεν τηρήσεις τους κανόνες, τιµωρείσαι πολύ σκληρά. Σε τι παραπέµπει, λοιπόν, αυτή η αλληγορία στην παράσταση;
Είναι µια παράσταση µε έντονο συµβολικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο του λεγόµενου In Your Face Theatre, που τότε στην Αγγλία, στις αρχές του ’90, ξεκίνησε να
έχει πολύ µεγάλη απήχηση στις σκηνές, γιατί χρησιµοποιούσε άλλη µεθοδολογία και άλλη φόρµα. Θα µπορούσε κάποιος να πει ότι το έργο ως αλληγορία µιλά για
το πώς η κοινωνία τιµωρεί τον παρεκκλίνοντα ή πώς το σύστηµα τιµωρεί αυτόν που θέλει να βγει από αυτό. Αλλά νοµίζω ότι η µεγαλύτερη φυλακή είναι το µυαλό
µας. Από αυτήν δεν πρόκειται να βγούµε ποτέ, αν δεν καταφέρουµε κάποια στιγµή να σπάσουµε τα δεσµά και να ενωθούµε µε τον άλλο. Η πιο µεγάλη ελευθερία δεν είναι να πετάξεις µόνος σου. Η πιο µεγάλη ελευθερία και η πιο µεγάλη ανάσταση και το πιο µεγάλο φως θα έρθει όταν θα υπερβείς τα στενά όρια του
εγώ. Η συγγραφέας µε το έργο αυτό αναζητά την ένωση µε τον άλλον, την αληθινή αγάπη, την αυταπάρνηση, την αλληλεγγύη, αλλά και την προσπάθεια να
µορφωθεί κάποιος και να φωτιστεί το µυαλό του.
Μετά το Πάσχα θα πρωταγωνιστήσετε στην κωµωδία «Τζένη Τζένη» των Πρετεντέρη – Γιαλαµά, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, στο ∆ηµοτικό Θέατρο Πειραιά. Υπάρχει τελευταία µια αναβίωση των ελληνικών ταινιών των δεκαετιών ’50, ’60 και ’70, µέσα από τις θεατρικές σκηνές. Πού οφείλεται αυτό το φαινόµενο;
Μπορεί να οφείλεται σε πάρα πολλά πράγµατα. Μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη καλών νεοελληνικών κειµένων για το θέατρο. Ή στο γεγονός ότι θέλουµε ως κοινωνία να κοιτάµε λίγο προς τα πίσω και λόγω µιας σηµερινής ανεπάρκειας και µετριότητας, αλλά και µιας νοσταλγίας για τα παλιά. Αν δεν κάνεις µια απλή αναβίωση και κάνεις κάτι άλλο (που φιλοδοξούµε να κάνουµε µε τον Νίκο) τότε µπορεί ένα τέτοιο έργο να λειτουργήσει και σαν ένας ωραίος παραµορφωτικός καθρέφτης σχετικά µε το πού ήµασταν τότε και πού είµαστε τώρα -ως κοινωνία και ως χώρα και ως λαός-, αν δηλαδή έχουν αλλάξει πράγµατα και ποια είναι αυτά.
Η σάτιρα είναι αναγκαστικά συνυφασµένη µε τα κακώς κείµενα. Πιστεύετε ότι κινδυνεύει στις µέρες µας από την πολιτική ορθότητα, από µΟχι. ∆εν νοµίζω ότι κινδυνεύει ποτέ η σάτιρα, ακόµα και όταν µιλάµε για ένα απολυταρχικό καθεστώς. Ακόµα και εκεί το γέλιο, η κοροϊδία, η σάτιρα βρίσκει τη χαραµάδα και περνά – και ειδικά όταν µιλάµε για εµάς, τους Ελληνες, που είµαστε µανούλες σε αυτό το πράγµα.
Γνωρίσατε από νωρίς την αναγνώριση. Το 2003 τιµηθήκατε µε το Βραβείο Χορν, ενώ το 2008 µε το Βραβείο Β’ ανδρικού ρόλου για την ταινία «Σκλάβοι στα δεσµά τους», στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ποιο είναι το καλύτερο από µια τέτοια αναγνώριση; Και ποιο ενδεχοµένως είναι το χειρότερο τίµηµα της επιτυχίας;
Το καλύτερο από µια τέτοια αναγνώριση είναι ότι την επόµενη χρονιά το παίρνει κάποιος άλλος και άρα αυτό σου υπενθυµίζει ότι τίποτα δεν κρατά για πάντα: είναι
µια απλή επιβίωση της στιγµής, ένα φιλικό χτύπηµα στην πλάτη που σου δίνει δύναµη για το τώρα, για τη στιγµή, σου λέει µπράβο, καλά το κάνεις µέχρι στιγµής.
Το χειρότερο είναι να το πάρεις πολύ σοβαρά, να νοµίζεις ότι έφτασες κάπου και να σταµατήσεις να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος. Υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια πορείας κάποια εµπειρία που αισθάνεστε ότι σας έχει σηµαδέψει, κάποια συνεργασία ή γνωριµία που σας καθόρισε;
Ναι, όλες. Είµαι πολύ τυχερός σε σχέση µε αυτό, γιατί είναι πολλοί οι άνθρωποι στους οποίους οφείλω πάρα πολλά. Θα έπρεπε να µιλήσω για τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Γιάννη Χουβαρδά, τον Θωµά Μοσχόπουλο, τον Βασίλη Παπαβασιλείου, να µιλήσω ακόµα για τον Νίκο Καραθάνο, που είναι πιο νέος, ακόµα και για τον
∆ηµήτρη Καραντζά. Αλλά και οι ηθοποιοί, οι συνάδελφοί µου, που µε τη στάση τους µου δείξανε ότι το νερό πάντα κυλάει και δεν σταµατάει ποτέ, όπως ας πούµε
η Αλεξία Καλτσίκη, όπως η Αµαλία Μουτούση, ο Αργύρης Ξάφης, όπως τα παιδιά που είµαστε τώρα στο «Cleansed».
Εχετε κάνει επιτυχίες και στον κινηµατογράφο και στην τηλεόραση – τώρα πρωταγωνιστείτε στη σειρά «Αύριο» της ΕΡΤ. Ποιο µέσο αισθάνεστε πιο κοντά και γιατί;
Πιο κοντά αισθάνοµαι το θέατρο, εννοείται, γιατί στο θέατρο ο ηθοποιός είναι ζωντανός πάνω απ’ όλα, είναι εκεί απ’ την αρχή έως το τέλος και έχει ο ίδιος την ευθύνη του µοντάζ για το πώς θα βγει αυτό το πράγµα στο κοινό. Στην τηλεόραση και στον κινηµατογράφο πρέπει να είσαι παρών και να δίνεις υλικό σε κάποιον άλλον µετά να φτιάξει την αφήγηση. Το θέατρο είναι πιο φτωχό, πιο ζωντανό, πιο δύσκολο και επειδή οι άνθρωποι είµαστε προγραµµατισµένοι να αγαπάµε τα δύσκολα, το θέατρο το αγαπάµε όλοι λίγο πιο πολύ.
Υπάρχει παρ’ όλες τις επιτυχίες κάποιο απωθηµένο; Κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε; Κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;
Οχι. ∆εν έχω κάτι τέτοιο. Πάντα θα υπάρχει κάποιος άνθρωπος µε τον οποίο δεν έχω δουλέψει και θα ήθελα κάποια στιγµή, αλλά δεν είναι στον βαθµό του ανεκπλήρωτου ονείρου. Ας πούµε, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο είναι να δουλέψεις σε ταινία του Ταραντίνο. Αυτό δεν θα γίνει µάλλον και θα µείνει ένα ανεκπλήρωτο
όνειρο. Ας έχουµε και ένα τέτοιο, έτσι να έχουµε να λέµε.
Τι συµβουλή θα δίνατε στον νεαρό Χρήστο Λούλη που µόλις τώρα ξεκινά την καριέρα του;
Θα του έλεγα να θυµάται πάντα πως η ζωή είναι µεγάλη και άρα να κάνει υποµονή.
∆εν συµµερίζεστε, δηλαδή, αυτό που λέµε ότι η ζωή είναι µικρή;
Και τα δύο σηµαίνουν το ίδιο πράγµα: Ζήσε το τώρα. Είναι και ένα µοτίβο της παράστασής µας, του «Cleansed», που λέει ότι µόνο το τώρα υπάρχει. Αν το σκεφτούµε όµως, είναι και ένα παράδοξο. ∆ηλαδή το τώρα, µέχρι να το σκεφτείς, έχει περάσει, είναι παρελθόν. Και όµως είναι το µόνο που έχει σηµασία.
Εχετε καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;
Υπάρχουν περίοδοι που έχω ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, έως καθόλου. Σε περιόδους που έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, πολλά µε αποφορτίζουν. Με αποφορτίζουν τα
παιδιά µου, οι βόλτες, οι φίλοι, τα βιβλία. Αυτά τα ανθρώπινα πράγµατα. Καµιά παράξενη συνήθεια!
Επειτα από τόσα χρόνια πορείας, ποιες ερωτήσεις που σας κάνουν δεν θα θέλατε να χρειαστεί να απαντήσετε;
Η ερώτηση για πώς γίνεται να µαθαίνω τα λόγια µου τόσο εύκολα. Στα δύσκολα χρόνια, τα µνηµονιακά και της κρίσης, όπου και να πήγαινα µε ρωτούσαν
για την οικονοµία, την πολιτική, την κοινωνία κ.λπ. Και κάποια στιγµή τους είπα: Μη ρωτάτε τους ηθοποιούς, δεν ξέρουµε τίποτα παραπάνω από εσάς.
Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα στην Ελλάδα και πώς την επόµενη µέρα;
Βλέπω ότι έχουµε πολύ ταλέντο και στους ηθοποιούς και στους σκηνοθέτες. Αλλά το ταλέντο δεν είναι κάτι το οποίο µένει αµετάβλητο. Ενας νέος ηθοποιός µπορεί να έχει όντως ταλέντο και ικανότητες και δυνατότητες. Αλλά αν δεν εφαρµοστούν αυτές, αν δεν καλλιεργηθούν, αν δεν µπουν ας πούµε στη ράγα µιας επίπονης και επίµονης δουλειάς, δεν πρόκειται αυτός ο ηθοποιός να γίνει ένας µεγάλος ηθοποιός. Θα παραµείνει ένας ταλαντούχος ηθοποιός. Και όπως είχε πει και ο Τσαρούχης, το ταλέντο είναι η πρωινή δροσιά στην καγκελόπορτά µας, που όµως άµα δεν το προσέξεις θα γίνει σκουριά. Οπότε αυτό βλέπω να λείπει, αυτό που έλειπε πάντα: ένα όραµα για τη συνέχεια των πραγµάτων. Γίνονται λίγο στην τύχη τα πράγµατα. Θέλει µια συνολική αποτίµηση και σχεδιασµό για το τι θέατρο θέλουµε. ∆εν
θα έπρεπε να έχουµε, ας πούµε, τριάντα σχολές που έχουµε τώρα, θα έπρεπε να έχουµε πέντε καλές. Να µη βγαίνουν χίλιοι ηθοποιοί τον χρόνο, να βγαίνουν είκοσι.
Η δε αξιολόγηση θα γίνει από το κράτος, σε συνεννόηση και σε συνεργασία µε τους ανθρώπους που έχουν πολύ υψηλό κύρος στη θεατρική εκπαίδευση. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στη χώρα µας. Μιλάω για µια πολιτική στρατηγική, για µια Ακαδηµία Παραστατικών Τεχνών που έχει εξαγγελθεί, αλλά δεν την έχουµε δει ακόµα.
Μια ακαδηµία τετραετούς φοίτησης και παράλληλα θα έχουµε και άλλες 3-4 ιδιωτικές σχολές µε αυστηρά κριτήρια, όπου θα βγαίνουν οι ηθοποιοί της νέας γενιάς.
Κυριακάτικη Απογευματινή











