Γιάννης Ζουγανέλης: «Αυτό που αγαπάω πιο πολύ είναι οι αποτυχίες µου…»

Έρχεται από την εποχή του Ρίτσου, του Χατζιδάκι και του Σαββόπουλου, σμιλεύτηκε στο «Αχ Μαρία» με τον Πουλικάκο και τον Μπουλά, παίζει στο «Μεγάλο μας Τσίρκο» και σχεδιάζει περιοδεία με Σεξπιρικό Μποστ, αλλά και νέο δίσκο. Όλα μαζί; Ναι, γιατί ο Γιάννης Ζουγανέλης μας λέει: «Παρότι έγινα 70 ετών, έχω περισσότερα όνειρα από ποτέ...»
18:21 - 9 Φεβρουαρίου 2026
Γιάννης Ζουγανέλης

Εχει σπουδάσει σύνθεση, ενορχήστρωση και όπερα στην Ακαδηµία Τεχνών του Μονάχου και είναι από τους λίγους Ελληνες συνθέτες ορχηστρικής µουσικής που έργα τους έχουν κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσµο. Επίσης, έχει γράψει -µεταξύ άλλων- µουσική για αρχαίο δράµα, καθώς και για πολυάριθµες κινηµατογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, αλλά και για ποικίλες παραστάσεις, όπως στο νέο θεατρικό έργο «Βροχή τα βέλη», του Μηνά Βιντιάδη. Ακόµη, πρωταγωνιστεί στο «Μεγάλο µας τσίρκο» του Ιάκωβου Καµπανέλλη, µια παράσταση που γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Εδώ, ο Γιάννης Ζουγανέλης, σε µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µιλά για το ξεκίνηµά του στη µουσική και τον δάσκαλό του
Νίκο Μαµαγκάκη, αλλά και για όσα αισθάνεται ότι χρωστάει στον Μάνο Χατζιδάκι και στον ∆ιονύση Σαββόπουλο, για τα χρόνια της έκρηξης του ελληνικού ροκ, το «Αχ Μαρία» µε τον Σάκη Μπουλά και τα stand-up, το «Aν», τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τις ζυµώσεις και τις παρέες, τη σχέση του µε το θέατρο, τον ρόλο του ως κωµικού, τους νέους ηθοποιούς και τα σχέδια που ετοιµάζει προσεχώς, γιατί, όπως λέει ο ίδιος: «Παρότι έγινα εβδοµήντα ετών, έχω περισσότερα όνειρα από ποτέ».

Η παράσταση «Το µεγάλο µας τσίρκο» του Ιάκωβου Καµπανέλλη (µε
µουσική Σταύρου Ξαρχάκου) αναβιώνει µε µεγάλη επιτυχία στο Κέντρο
Πολιτισµού «Ελληνικός Κόσµος», µε πρωταγωνιστές την Ελεωνόρα Ζουγανέλη, τον ∆ηµήτρη Γκοτσόπουλο και εσάς. Ποιο είναι το µυστικό της διαχρονικής επιτυχίας και πώς συνοµιλεί µε το σήµερα;

Ο υπέροχος Ιάκωβος Καµπανέλλης, αυτός ο µεγαλοπρεπής ταπεινός άνθρωπος! Είχαµε γνωριστεί από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, τον παρακολουθούσα, τον διάβαζα, ανταλλάσσαµε απόψεις. Μάλιστα, δίδασκα στη θεατρική σχολή του, όπου τον συναντούσα συχνά. Τώρα µου έτυχε αυτό το έργο, ενώ δεύτερη µεγάλη τύχη είναι ότι συνυπάρχω µε την Ελεωνόρα, την κόρη µου, την οποία θαυµάζω αποστασιοποιούµενος από τον ρόλο του πατέρα. Με συγκινεί µε τον τρόπο που εξελίσσεται: συνδυάζει δύο τέχνες εξαιρετικά. Στο έργο ανεβαίνω στο άλογο και κάνω τον Κολοκοτρώνη και, πιστέψτε µε, γίνοµαι πραγµατικά ο Κολοκοτρώνης! Αυτό µου συµβαίνει πρώτη φορά.
Συγκινούµαι µε τον λόγο τον συνοπτικό που έγραψε ο Καµπανέλλης και, βέβαια, στη σκηνή ξεφαντώνω ως Καραγκιόζης. Συνδυαζόµαστε όλοι µας στο έργο αρµονικά µε τη µουσική και χαιρόµαστε που ο κόσµος αγκαλιάζει την παράσταση µε µία λογική αποδοχής, αγάπης – και µε γέλια και µε δάκρυα. Γιατί το έργο ακολουθεί µε δραµατικό, αλλά και χιουµοριστικό τρόπο την πορεία της ελληνικής Ιστορίας από την Αρχαιότητα έως τον Εµφύλιο. Και αυτό που βγαίνει είναι ότι δεν είµαστε Ψωροκώσταινα, είµαστε από τις µεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες. Και βέβαια είµαστε η χώρα κές χώρες. Και βέβαια είµαστε η χώρα που από εδώ ξεκίνησαν τα πάντα στις επιστήµες και στις τέχνες. Πιστεύω ότι αυτό το έργο του Καµπανέλλη το παίζουµε πραγµατικά επιτυχώς, αν και πρέπει να πω ότι αυτό που αγαπάω πιο πολύ είναι οι αποτυχίες µου. Και αυτό γιατί οι
επιτυχίες είναι δεδοµένες, ενώ όλα όσα έχουν θεωρηθεί ως αποτυχίες κάποια στιγµή θα επαναξιολογηθούν.

Είστε συνθέτης, µουσικός, ηθοποιός και κωµικός. Πώς οδηγηθήκατε σε τόσο διαφορετικές καλλιτεχνικές αναζητήσεις και ενασχολήσεις; Υπάρχει κάποια που ξεχωρίζετε, µε την οποία αισθάνεστε πιο κοντά;

Οχι, δεν υπάρχει, ειδικά όταν είσαι ένας άνθρωπος που στη ζωή ισορροπεί και µε τον ήχο και µε τον λόγο και µε τη µουσική και µε τη λογοτεχνία και µε το θέατρο (το οποίο αποτελεί συγκερασµό όλων των τεχνών). Εδώ, όµως, υπάρχει ένα πρόβληµα: οι Νεοέλληνες ως επί το πλείστον δεν µπορούν να αποδεχθούν εύκολα µια πολυδιάστατη προσωπικότητα. Ο κόσµος περιµένει συνήθως από µένα µια κωµικότητα. Και εγώ, από την πλευρά µου, αισθάνοµαι ότι πρέπει να υπερασπιστώ και τις άλλες µου ενασχολήσεις, γιατί είναι όλες παιδιά µου.

Υπάρχει κάποιος στον οποίο αισθάνεστε ότι χρωστάτε περισσότερο τη σχέση σας µε τη µουσική και την εξέλιξή σας;

Βεβαίως, είναι ο Νίκος Μαµαγκάκης, ένας συνθέτης φοβερά υποτιµηµένος. Ο Μαµαγκάκης µε έβαλε στο περιβάλλον του από την ηλικία των 10-11 χρόνων και αρχίσαµε µαζί µουσικές και κάναµε παρέες: γνώρισα χάρη σε αυτόν όλους τους ποιητές που µπορείτε να φανταστείτε και τους έκανα παρέα: µεγάλες προσωπικότητες, όπως ο Εγγονόπουλος, ο Εµπειρίκος, ο Ρίτσος. Και επίσης χάρη στον Μαµαγκάκη έβγαλα το
1971 έναν δίσκο, σε ηλικία 15 ετών, σε δική του ενορχήστρωση: το «Σώσον Κύριε τον Λαόν σου», που απαγορεύτηκε από τη χούντα. Οφείλω πολλά και στον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος µε πήρε να τραγουδάω στο «Πολύτροπο», ένα µαγαζί στην Πλάκα. Και ο Μαµαγκάκης και ο Χατζιδάκις µου δίδαξαν την ταπεινότητα, τη µουσικότητα και την κλασική παιδεία. Είναι πολύ σηµαντικό το περιβάλλον, σε διαµορφώνει. Εκεί στο «Πολύτροπο» γνώρισα και τον ιδιαίτερο και µοναδικό ∆ιονύση Σαββόπουλο, µε τον
οποίο πρωτοσυνεργαστήκαµε στο «Ροντέο» – του χρωστάω πολλά.

Εχετε συνθέσει τραγούδια, από νανουρίσµατα µέχρι ροκ, πολλά από τα οποία γνώρισαν µεγάλη επιτυχία (όπως το «Φοβάµαι», που το είπε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου). Η ενασχόλησή σας µε το τραγούδι πώς προέκυψε;

Ηταν το πρώτο πράγµα που έκανα από τότε που µε θυµάµαι. Από µικρό παιδί
ήξερα να παίζω κιθάρες, να παίζω πιάνο, να παίζω όργανα και µε παρακινούσαν οι φίλοι να γράψω. Το «Φοβάµαι», που αναφέρατε, συγκινεί ακόµα: το τραγουδάνε παιδιά που δεν είχαν γεννηθεί όταν δηµιουργήθηκε. Ξέρετε, το κάθε τραγούδι που γράφω είναι προέκταση της σκέψης και του λόγου µου. Εχω γράψει περίπου χίλια τραγούδια!

Ησασταν παρών στη µεγάλη έκρηξη του ελληνικού ροκ. Πείτε µας για εκείνα τα χρόνια, τις καλλιτεχνικές συνεργασίες, το κλίµα, τις ζυµώσεις, τις παρέες…

Εάν πρέπει να µιλήσω για όλα αυτά, δεν µπορώ να µην αναφερθώ πρώτα στον
µέντορα του ελληνικού ροκ, που τον γνώρισα στο «Κύτταρο»: τον ∆ηµήτρη Πουλικάκο. Ενας εξαιρετικός άνθρωπος, ο οποίος είναι ποιητής, µιλάει πέντε γλώσσες άπταιστα, έχει πολιτική σκέψη και ιδεολογία. Ηταν στο «Κύτταρο» που ονειρεύτηκα ότι θα ζήσω µια ζωή µε χυµούς, µε οσµές, µε Ελλάδα, µε ελληνικό ροκ. Από εκεί άρχισαν όλα. Οταν εγώ ξεκίνησα και έπαιζα µε τον Σαββόπουλο, δίπλα, στο «Ελατήριο», ήταν ο Κώστας
Τουρνάς µε τους Polls, τον Ρόµπερτ Γουίλιαµς και τον φοβερό Σταύρο Λογαρίδη. Μετά, απέναντι από το «Αχ Μαρία» στα Εξάρχεια, που δηµιουργήσαµε µε τον Σάκη Μπουλά και είχε τεράστια επιτυχία, άνοιξε το «Aν» – εκεί ήταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος µε την παρέα του. Φοβεροί τύποι! Αλλά δεν είναι µόνο το ροκ. Υπήρχαν και υπάρχουν τροµεροί
µουσικοί στην Ελλάδα: οι Ελληνες µουσικοί είναι παντός είδους και παίζουν τα πάντα εξαιρετικά: από κιθάρα µέχρι µπουζούκι.

Αγαπηθήκατε από διαφορετικές γενιές και λόγω του χιούµορ σας, ήδη από το «Γκράφιτι», τα «Κουφώµατα», τα «Απίστευτα κι όµως Ελληνικά», πρωτοποριακά πράγµατα που κάνατε στην τηλεόραση και σας καθιέρωσαν ως κωµικό. Ποια είναι η µεγαλύτερη δυσκολία για έναν κωµικό; Η σάτιρα έχει όρια;

Η σάτιρα βεβαίως έχει όρια. Τα όρια της σάτιρας εξαρτώνται από την ευγένεια και την καλλιέργεια αυτού που κάνει σάτιρα. Το µέτρο της σάτιρας φαίνεται στον Αριστοφάνη, που είναι πολύ µπροστά γιατί είµαστε εµείς πάρα πολύ πίσω. Και όταν εσύ µένεις πίσω, ο Αριστοφάνης ακόµα σου λέει πολλά. Και εγώ έχω πέσει σε λάθη όλα αυτά τα χρόνια που κάνω σάτιρα, γι’ αυτό και πιστεύω στην πολιτική ορθότητα. Εάν η πολιτική ορθότητα υπήρχε και τότε, θα έκανα διαφορετικά πράγµατα. Ηµουν ο πρώτος
που έκανα stand-up στην τηλεόραση και, γενικότερα, stand-up µαζί µε µουσική. Και αυτά που κάναµε στο «Αχ Μαρία», stand-up µαζί µε µουσική ήταν. Η ευφυΐα του καθενός είναι συνάρτηση της γνώσης του και του σεβασµού, ακόµα και απέναντι σε αυτόν που σατιρίζει. Εγώ στη σάτιρα ασχολήθηκα περισσότερο µε την εφαρµογή της πολιτικής, παρά µε τα πρόσωπα των πολιτικών. Πάντως, µία καλή κωµική εκδοχή µου δεν προέκυψε από µένα, αλλά από τον αλησµόνητο Σταύρο Τσιώλη στην ταινία «Ας
περιµένουν οι γυναίκες». Εκεί είχα µιας άλλης µορφής κωµικότητα.

Τι συµβουλή θα δίνατε στον νεαρό Γιάννη Ζουγανέλη που µόλις τώρα ξεκινά την καριέρα του;

Είναι µια άλλη εποχή τώρα. Τότε διεκδικούσες τα πάντα και τα αποκτούσες εσύ, µε κόπο και πολλή προσπάθεια. Τώρα µπορείς να βρεις τα πάντα εύκολα, απλόχερα, αλλά δεν µπαίνει κανείς στον κόπο να δει µε όλα αυτά τι γίνεται. Νοµίζω ότι θα επαναλαµβανόµουν. Αλλά όσα έκανα, θα τα έκανα µε περισσότερη προσοχή και σοφία, γιατί -δυστυχώς ή ευτυχώς- η σοφία αποκτάται µέσα από το πέρασµα των χρόνων. Και επειδή είµαι δάσκαλος και συµβουλεύω τα παιδιά, θα τους έλεγα τα εξής: Μην περιµένετε να σας χαριστεί τίποτα στη ζωή. Να σέβεστε τους γονείς σας, αλλά να αποκοπείτε από τον οµφάλιο λώρο όσο γίνεται πιο νέοι, για να µπορέσετε να πετάξετε µε τα δικά σας τα φτερά. Επίσης, να ασχοληθείτε µε την ελληνική κουλτούρα που τα
έχει όλα και να µπείτε από νωρίς στο ευ αγωνίζεσθαι.

Ο κόσµος γεµίζει τα θέατρα και είναι διάχυτη η αίσθηση ότι δεν λείπει το ταλέντο από τη νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών. Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα;

Πράγµατι, η νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών έχει πάρει τη σκυτάλη και τρέχει πιο γρήγορα. Υπάρχουν πολλοί, εξαιρετικοί ηθοποιοί. Και παρόλο που, ενώ έχουµε δραµατικές σχολές, δεν έχουµε ακόµη πιστοποίηση, η νέα γενιά προχωράει ακάθεκτη.

Τι ετοιµάζετε προσεχώς; Ποια είναι τα σχέδιά σας;

Το καλοκαίρι, εκτός από τις συναυλίες που θα κάνω µαζί µε τους συνεργάτες µου, θα παίξω και στο έργο «Ρωµαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ, σε µια περιοδεία του ∆ΗΠΕΘΕ Κρήτης, µαζί µε την Υρώ Μανέ, τον Ακη Σακελλαρίου, τον φοβερό Γιάννη ∆ρακόπουλο, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη. Επιπλέον, έχω πάνω από 30 τραγούδια έτοιµα – θέλω να τα βγάλω σιγά σιγά. Και ετοιµάζω και ένα µεγάλο project πάνω σε Ελληνες ποιητές, όπου συµµετέχουν πολλοί τραγουδιστές, ηθοποιοί, µε απαγγελίες από τον Καβάφη, από τον Καρυωτάκη. Είµαι σε µια φάση εγρήγορσης. Και παρότι έγινα 70 ετών, έχω περισσότερα όνειρα από ποτέ…

Κυριακάτικη Απογευματινή