Είναι η τρίτη συνέντευξη σε τρεις δεκαετίες με τον «απόλυτο ρολίστα» του Χόλιγουντ. Ελληνονορβηγός, με περισσότερες από ογδόντα συμμετοχές σε ταινίες και σίριαλ, ξεκίνησε δίπλα στη Σούζαν Σάραντον στις υπέροχες «Μικρές κυρίες». Συνέχισε με εμβληματικά έργα όπως «Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν», «Ο δρόμος για το Γκουαντάναμο», μπλοκμπάστερ όπως το «Χ-Men: First Class», με σειρές που έχουν σαρώσει όπως «O ψυχίατρος» του Netflix, όπου έπαιξε τον ρόλο-κλειδί του αστυνομικού. Κρατάει στην καρδιά του τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, δεν αλλάζει την Αντζελίνα Τζολί -με την οποία έχει συνεργαστεί δύο φορές- και μας κλείνει το μάτι λίγο προτού επανέλθει στις 13/3, δανείζοντας τη φωνή του στον «Νεντ Γκλέιβερ» στο θρίλερ «One Last Deal». Κυρίες και κύριοι, καλωσορίσατε στο σύμπαν του Δημήτρη Γκορίτσα.
Αρχικά, ρωτώντας τον πόσο Έλληνας νιώθει, απαντά: «Μεγαλώνοντας, περνώντας περισσότερο χρόνο εδώ, ισχυροποιείται ο δεσμός μου με την Ελλάδα. Είμαι πολύ περήφανος για την κληρονομιά μου. Το καλύτερο δώρο του πατέρα μου είναι τα γονίδιά μου. Όταν αποσυρθώ, σκέφτομαι τη Σαντορίνη».

«Νιώθω ευλογημένος»
Γιατί διάλεξε την ηθοποιία (σπούδασε στο λονδρέζικο Royal Central School of Speech and Drama); «Επειδή είναι ρίσκο: τη μία παίζεις σε ένα μικρό θέατρο και την επομένη βρίσκεσαι στην άλλη άκρη του πλανήτη, στη μεγαλύτερη παραγωγή του κόσμου. Στον Καναδά άκουσα πως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ έψαχνε ηθοποιούς στο Λονδίνο για τη “Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν”. Πήρα την επόμενη πτήση ελπίζοντας… Και συνέβη! Νιώθω ευλογημένος και με τα χρόνια αμβλύνεται το άγχος, που σου έλεγα παλαιότερα, για τους “τιτάνες” δίπλα στους οποίους συχνά παίζω! Πλέον απλώς το διασκεδάζω, όπως παραδείγματος χάρη με τον Ματ Ντέιμον, με τον οποίο επίσης έχουμε συνεργαστεί δύο φορές. Θα ήθελα να κάνουμε ταινία για την Ελλάδα με τον Τομ Χανκς. Επίσης να παίξω σε φιλμ του Ανγκ Λι -είναι ευφυΐα-, πάντα με τον top μου Ντάνιελ Ντέι Λιούις και με την τεράστια Τζούντι Ντεντς».
Για την υποκριτική θυσίασε «μια νορμάλ ζωή», ωστόσο δεν αλλάζει «την αίσθηση της συμμετοχής… Χαρακτηριστικό παράδειγμα θα σου πω πάλι από τη “Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν”. Οι περισσότερες σκηνές γυρίστηκαν σε βομβαρδισμένο γαλλικό χωριό. Το έφτιαξαν όλο από την αρχή. Μέχρι… ποτάμι δημιούργησαν! Το έζησα καρέ καρέ, ήταν μαγεία! Τώρα αυτά γίνονται εύκολα μέσω τεχνολογίας και ΑΙ. Τότε όμως; Και έμοιαζαν όλα τόσο αληθινά! Εκπληκτικά ήταν και στο “A Mighty Heart” στην Ινδία, η οποία με συνάρπασε, με την αγαπημένη Άντζι (σ.σ. Τζολί). Εκεί παίζω τον πράκτορα του FBI που ανακαλύπτει βιντεοκασέτα με την εκτέλεση του άντρα της. Λόγω και της στάσης του Μάικλ Γουιντερμπότομ (σ.σ. σκηνοθέτης) “αναπνεύσαμε”. Μαζί του αισθάνθηκα ελεύθερος. Είναι σπουδαίο!».
«Τον θαύμαζα»
Αναπόφευκτα επικεντρώνομαι στο «Spy Game» με τον θρυλικό Ρόμπερτ Ρέντφορντ: «Ήταν απίστευτη η χημεία μεταξύ μας από την πρώτη στιγμή. Ήταν πολύ φροντιστικός, περιποιητικός, αυτόφωτος, ακέραιος. Όλα περνούσαν από το χέρι του, δεν ξεκινούσε γύρισμα αν δεν ήμασταν όλοι καλά. Υπέροχος άνθρωπος, σκηνοθέτης, ηθοποιός, παραγωγός. Φεύγοντας άφησε αναπλήρωτο κενό στον κινηματογράφο, τον πολιτισμό! Τον θαύμαζα απεριόριστα».
Ξεχωριστές εμπειρίες από την άλλη του αγάπη, το θέατρο; «Σε λονδρέζικη σκηνή ερμήνευα τον αλκοολικό που επιχειρούσε επανένταξη… Ήρθε κάποιος από το κοινό λέγοντάς μου: “Ευχαριστώ που είπες την ιστορία μας”. Θέατρο, σινεμά, τηλεόραση, όπως και σενάριο, ηθοποιία, σκηνοθεσία διαφέρουν. Αλλά ο στόχος είναι ο ίδιος: να αφηγηθείς μια ωραία ιστορία». Και ο δρόμος για τον «θείο Οscar»; «Είναι ευκολότερος όταν ερμηνεύεις προβληματικούς χαρακτήρες, με ντεφό, που πάντως κάπως, πάντα, τη βγάζουν καθαρή. Πιστεύω σε ήρωες όπως εκείνοι που υποδύθηκε ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Όλα τού έρχονταν δύσκολα, αλλά μονίμως έβρισκε τη λύση. Και του… εγκλήματος!».

Έχοντας ως μότο «τη μια μέρα είσαι δάσκαλος, την άλλη μαθητής», θεωρώντας πως «ζωή είναι ό,τι σου συμβαίνει ενώ κάνεις σχέδια», αν μπορούσε θα διακτινιζόταν στον χρόνο «κυνηγώντας συνεργασία με τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Θα ήθελα να μπω στο διαστημόπλοιο και να μιλήσω στο HAL (σ.σ. το κομπιούτερ της ανεπανάληπτης “Οδύσσειας του Διαστήματος”). Εξάλλου, ζώντας ανάμεσα σε Λονδίνο – Λος Άντζελες, βασικά είμαι ταξιδιώτης». Με ποιους ομογενείς επικοινωνεί συχνότερα; «Με τη Νία Βαρντάλος και τον Πίτερ Σουμαλιά που έστησε το καναδέζικο “Walk of Fame”».
Και οι πλατφόρμες από όπου πλέον αναδεικνύεσαι γρηγορότερα; «Τις σειρές του Netflix παραδείγματος χάρη, με το οποίο έχω συνεργαστεί, τις παρακολουθούν εκατομμύρια. Αυτό με κάνει να νιώθω απίθανα! Επιπλέον, οι παραγωγές είναι άρτιες, τα σενάρια εμπνευσμένα… Βλέπεις από διαφορετική σκοπιά την ηθοποιία. Χρειάζονταν τέτοιες πρωτοβουλίες!». Τέλος, ιδανικές σκηνές (για να παίζει) είναι του «Εθνικού Θεάτρου της Βρετανίας, των Royal Shakespeare Company, Royal Court και φυσικά του West End».
Εφημερίδα Απογευματινή











