Είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες τραγουδιστές, όχι μόνο επειδή έχει γράψει ιστορία ερμηνεύοντας, για παράδειγμα, διαχρονικά κομμάτια, όπως «Σπασμένο καράβι» και «Ψίθυροι καρδιάς», αλλά διότι, υπηρετώντας το λαϊκό τραγούδι με τον δικό του τρόπο, αγγίζει και τη νεολαία. Με αφορμή την πολυαναμενόμενη συναυλία-αφιέρωμα στον Ηλία Ανδριόπουλο (17/2, Θέατρο Ολύμπια) με τίτλο «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», ο Δημήτρης Μπάσης μιλάει στην «Α» εφ’ όλης της ύλης: για Κραουνάκη και Νικολόπουλο που συντέλεσαν καταλυτικά στην εξέλιξή του, για το μυστικό της διαχρονικότητας του λαϊκού τραγουδιού, για τη δουλειά του που είναι και το… χόμπι του. Για την οικογένεια, τα όνειρα, τα απωθημένα του. Και τον Νταλάρα, που δίχως να το γνωρίζει, υπήρξε δάσκαλός του.
Στη συναυλία-αφιέρωμα στον Ηλία Ανδριόπουλο θα συμπράξετε με τον Μανώλη Μητσιά και τη Θεοδώρα Μπάκα. Μιλήστε μας σχετικά… Τι σημαίνει για εσάς αυτή η συμμετοχή;
Eίμαι πολύ χαρούμενος που θα συμμετέχω στη συναυλία: ο Ηλίας Ανδριόπουλος είναι ένας συνθέτης που εκτιμώ πάρα πολύ – θεωρώ, δε, ότι είναι λίγο αδικημένος. Ενώ έχει σπουδαίο έργο, δεν έχει τιμηθεί όσο θα έπρεπε. Η σύμπραξη με τον Μανώλη Μητσιά με χαροποιεί ιδιαίτερα: είναι από τους σπουδαιότερους λαϊκούς τραγουδιστές που εμείς οι νεότεροι έχουμε μελετήσει. Με την κυρία Μπάκα πρώτη φορά συνεργάζομαι και βέβαια επίσης χαίρομαι πολύ.

Τα κομμάτια του Ανδριόπουλου ομολογουμένως είναι διαχρονικά. Πού θεωρείτε ότι οφείλεται αυτό;
Αναφέρονται σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της – κατά τη Μεταπολίτευση. Εκφράζουν αυτή τη μεταβατική περίοδο της Δημοκρατίας. Εμείς τη γνωρίζουμε από τις αφηγήσεις των γονιών μας και, ακούγοντάς τα, έρχονται μνήμες. Είναι τραγούδια ανεξίτηλα, όπως το «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» ή το «Μην κλαις και μην λυπάσαι που βραδιάζει». Ακόμη και σήμερα, το μήνυμα «θα έρθουν καλύτερες μέρες» είναι βαθιά επίκαιρο και αισιόδοξο.
Πώς ξεκινήσατε να διαμορφώνετε τη σχέση σας με το λαϊκό τραγούδι;
Γεννήθηκα στη Γερμανία από Έλληνες μετανάστες: το λαϊκό τραγούδι για εκείνους ήταν βάλσαμο ψυχής. Τα άκουγα από μικρός, χωρίς να καταλαβαίνω τότε το νόημά τους, αλλά διέκρινα τη συγκίνηση στα πρόσωπα των γονιών μου. Αυτή η εικόνα ήταν πιθανότατα το έναυσμα για να το αγαπήσω. Μαζί του και τους Γιώργο Νταλάρα, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Στράτο Διονυσίου, Στέλιο Καζαντζίδη, τους οποίους ακούγαμε μέσα στο σπίτι. Ως έφηβος λάτρεψα τη διαδρομή και τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα: ήταν ο τραγουδιστής που μελέτησα πάρα πολύ. Γι’ αυτό και πολλές φορές τον αποκαλώ «δάσκαλο» – υπήρξε δάσκαλος για μένα, χωρίς να το ξέρει.

Πρώτες σημαντικές συνεργασίες;
Το 1993 με κάλεσε ο Σταμάτης Κραουνάκης να κατέβω στην Αθήνα, κάτι που υπήρξε καθοριστικό. Ακολούθησε η συνεργασία μου με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη και η συμμετοχή μου στον δίσκο «Όταν έρχονται οι φίλοι μου». Το 1996 με «ανακαλύπτει» ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο οποίος την επόμενη χρονιά μου προτείνει να τραγουδήσω για το soundtrack του σίριαλ του Μανούσου Μανουσάκη, «Ψίθυροι καρδιάς». Ουσιαστικά για μένα από εκεί ξεκίνησαν όλα – με αυτήν την επιτυχία ουσιαστικά έγινα γνωστός σε όλο τον κόσμο και άρχισε η δισκογραφική μου διαδρομή.
Ποιο είναι το μυστικό της αξίας του λαϊκού; Πότε ο Έλληνας δεν το εγκαταλείπει.
Το ότι είναι εδώ κι εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία, το ότι αφουγκράζεται τον παλμό της. Έχει τις ρίζες του στο ρεμπέτικο και σε λαμπρούς δημιουργούς όπως ο Τσιτσάνης κι έπειτα οι Θεοδωράκης, Χατζιδάκις. Είναι στο DNA μας και θα συνεχίσει, γιατί κάθε γενιά πατά πάνω στην προηγούμενη.
Τι συμβουλή θα δίνατε στον νεαρό Δημήτρη Μπάση που μόλις τώρα ξεκινάει την καριέρα του; Τι θα αποφεύγατε και τι θα διαφοροποιούσατε;
Η μαγεία της αρχής είναι η άγνοια και η αγωνία. Αν είχα τότε τη σοφία που απέκτησα έπειτα από τριάντα χρόνια δισκογραφίας, δεν θα ήταν το ίδιο μαγικό. Θα του έλεγα, λοιπόν, να μη φοβηθεί τα λάθη. Να ακούει ανθρώπους που δεν του χαϊδεύουν τα αυτιά, αλλά τον βοηθούν να βελτιωθεί. Και να θυμάται ότι αυτή η διαδρομή είναι μαραθώνιος.
Ένας καλλιτέχνης πολυπράγμων όπως εσείς έχει ελεύθερο χρόνο; Τι σας αποφορτίζει;
Να περνάω χρόνο με την οικογένειά μου και τα παιδιά μου. Επίσης, ακούω μουσική, τρέχω, αλλά δεν έχω πολλά περιθώρια για χόμπι. Έτσι κι αλλιώς το χόμπι μου και η αγάπη μου για τη μουσική έγινε το επάγγελμά μου!
Απωθημένα; Κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε, κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;
Νιώθω πολύ γεμάτος. Αλλά πάντα υπάρχουν όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν. Λυπάμαι που δεν πρόλαβα να γνωρίσω από κοντά τους σπουδαίους Μάνο Λοΐζο και Νίκο Ξυλούρη: δεν πρόλαβα, «έφυγαν» νωρίς.
Εφημερίδα Απογευματινή











