Ο ∆ηµήτρης Τάρλοου, γνωστός θεατράνθρωπος, εγγονός του σπουδαίου συγγραφέα Μ. Καραγάτση, έχει χαράξει µια ιδιαίτερα σηµαντική διαδροµή ως σκηνοθέτης, ηθοποιός, αλλά και θεατρικό παραγωγός στο θέατρο «Πορεία». Πρόσφατα, τον είδαµε στη «Μεγάλη Χίµαιρα» (τη δηµοφιλέστατη σειρά της ΕΡΤ) να παίζει ως ηθοποιός στην αναβίωση του θρυλικού µυθιστορήµατος του παππού του.
Εδώ, σε µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» µιλά γι’ αυτή τη συµµετοχή στη «Μεγάλη Χίµαιρα», για την πολυαναµενόµενη σειρά
που ετοιµάζει ο Γιώργος Λάνθιµος πάνω στο «Νησί» του Καραγάτση, για τη µεγάλη επιτυχία του έργου του Σοφοκλή που σκηνοθετεί µε τίτλο «Ηλέκτρα εντός», για
το ξεκίνηµά του και εκείνους που τον διαµόρφωσαν καλλιτεχνικά, για τις γάτες και τα ταξίδια που τον αποφορτίζουν, για τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ που θα ανεβάσει το 2026, ενώ δεν διστάζει να αναφερθεί στην έλλειψη ενσυναίσθησης του κόσµου σήµερα, κάτι που τον τροµάζει.
Μετά την Επίδαυρο, πέρυσι, παρουσιάζετε σε δική σας σκηνοθεσία την «Ηλέκτρα εντός» στο θέατρο «Πορεία», µε τη Λουκία Μιχαλοπούλου στον οµώνυµο ρόλο της τραγωδίας του Σοφοκλή. Τι περιµένουµε από αυτήν την παράσταση;
Η καλοκαιρινή παράσταση δεν έχει πολύ µεγάλη σχέση µε αυτήν που παρουσιάζουµε τώρα. Οταν µεταφέρεις ένα έργο σε κλειστό χώρο αλλάζουν οι απαιτήσεις και το ίδιο το θέαµα επιζητεί µια τελείως διαφορετική φόρµα. Το εγχείρηµα θα µπορούσε να θεωρηθεί και απονενοηµένο, γιατί όταν έχεις δηµιουργήσει µια
φόρµα για ανοιχτό θέατρο -και µάλιστα για την Επίδαυρο- και έχει ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα, γεννάται εύλογα το ερώτηµα: Γιατί να το µεταφέρεις σε κλειστό
χώρο; Η αλήθεια είναι πως υπήρχε µια βαθιά προσωπική ανάγκη για να διερευνήσω ακόµη περισσότερο αυτή την τραγωδία και να προκύψει κάτι πιο ζωντανό
και πιο δραστικό για το σύγχρονο κοινό. Ετσι, βάλαµε µια διαφορετική συνθήκη και µετατρέψαµε το θέαµα σε ένα ιδιότυπο καµπαρέ. Μπορεί να αναρωτηθεί
κανείς τι σχέση έχει το καµπαρέ µε την αρχαία τραγωδία. Κι όµως: ένα καµπαρέ του Μεσοπολέµου, γνώριµο αλλά και γοητευτικό, µπορεί να µας φέρει πολύ κοντά
στη σήψη, την παρακµή και ταυτόχρονα στη γοητεία ενός παλατιού που καταρρέει. Η αρχαία τραγωδία µιλά για τη σχέση του πολίτη µε το κράτος, αλλά και για ενδοοικογενειακές σχέσεις που µας θυµίζουν έντονα τις δικές µας. Τα πρόσωπα πρέπει να είναι πολύ κοντά µας, οικεία.
Ετσι, φεύγουµε από τα µεγάλα µεγέθη του ανοιχτού χώρου και επιστρέφουµε σε κάτι πιο σκοτεινό, πιο οικείο και -θα έλεγα- πιο δραστικό. Είµαι πολύ ικανοποιηµένος από αυτή την απόφαση, γιατί το κοινό συµµετέχει µε έναν εξαιρετικά δυναµικό τρόπο, κάτι που µας υπενθυµίζει πόσο λαϊκό είδος είναι η τραγωδία.
Σας είδαµε πρόσφατα στη «Μεγάλη Χίµαιρα» να παίζετε και πάλι ως ηθοποιός. Ως εγγονός του Καραγάτση, πώς ήταν η εµπειρία να συµµετέχετε στην πολύ δηµοφιλή σειρά της ΕΡΤ, ένα έργο που έχετε ήδη σκηνοθετήσει µε τεράστια επιτυχία στο θέατρο;
Η παραγωγή και ο σκηνοθέτης µού πρότειναν -τιµητικά και για συναισθηµατικούς λόγους- να κάνω ένα µικρό πέρασµα στον ρόλο του Καστρινού. Ηταν µια βαθιά συγκινητική εµπειρία. Βρέθηκα κοντά σε εξαιρετικούς συναδέλφους και έζησα από κοντά την ατµόσφαιρα ενός πολύ απαιτητικού γυρίσµατος, µε πλήθος κοµπάρσων, κοστουµιών και σκηνικών.
Ο Καραγάτσης δεν έπαψε ποτέ ως συγγραφέας να διαβάζεται, αλλά τελευταία υπάρχει µια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για έργα του. Ποια σχέδια είναι στα σκαριά;
Θα έλεγα ότι ο Καραγάτσης ανήκει στους συγγραφείς που είναι long sellers. Εργα όπως η «Μεγάλη Χίµαιρα», ο «Γιούγκερµαν» ή «Ο Κίτρινος Φάκελος» έχουν
σταθερά µεγάλη αναγνωσιµότητα. Κάθε δραµατοποίηση -θεατρική ή τηλεοπτικήανεβάζει κατακόρυφα τις πωλήσεις των βιβλίων του. Τα 70 χρόνια από τον θάνατό του τον βρήκαν σε περίοπτη θέση, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονο ενδιαφέρον και για µεταφράσεις του στο εξωτερικό. Ταυτοχρόνως, υπάρχει ενδιαφέρον για ακόµα ένα σίριαλ απ’ ό,τι ξέρω σε διεθνή πλατφόρµα, από τον Γιώργο Λάνθιµο για το «Χαµένο νησί», του οποίου το σενάριο γράφει ο Ευθύµης Φιλίππου. Και µου προξενεί µεγάλο ενδιαφέρον γιατί µιλά για ένα νησί το οποίο βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό και έχει πάρα πολλά να κάνει και µε την κλιµατική αλλαγή, µεταξύ άλλων. Επίσης, ετοιµάζουµε τη θεατρική αναβίωση της «Μεγάλης Χίµαιρας» µε νέο καστ, αλλά µε την Αλεξάνδρα Αϊδίνη στον κεντρικό ρόλο µε τον οποίο έχει µεγαλουργήσει.
Αλήθεια, πώς ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας µε το θέατρο;
Οταν ήµουν παιδί είχα µία φυσική τάση προς την αναπαράσταση και µε τη συνδροµή των γονιών µου, που ήταν πάρα πολύ κοντά στις τέχνες, και ο πατέρας µου
ο ζωγράφος και η µάνα µου Μαρίνα Καραγάτση και η γιαγιά µου Νίκη Καραγάτση µε ωθούσαν προς τα εκεί και µε πήγαιναν στον Καραγκιόζη, που ήταν ένα από τα πιο ισχυρά ερεθίσµατα στα παιδικά µου χρόνια. Και ακόµα τον αγαπώ πάρα πολύ γιατί πιστεύω ότι αυτή η µίµηση, αλλά και αυτό το χιούµορ είναι η βάση του υποκριτικής, είναι η βάση του θεάτρου. Το θέατρο το ξαναβρήκα αργότερα, σχεδόν τυχαία, και από τη στιγµή που µπήκα στη σχολή του Εθνικού έγινε η µεγάλη µου αγάπη. Εκτοτε, το θέατρο δεν είναι απλώς η δουλειά µου, είναι η ζωή µου.
Και ως καλλιτεχνικός διευθυντής πώς ξεκινήσατε;
Το θέατρο «Πορεία» ξεκίνησε τη λειτουργία του 1961, άρα είχε ήδη διανύσει ένα σηµαντικό χρονικό διάστηµα ως θέατρο ρεπερτορίου. Θυµίζω ότι έχουν περάσει ο
Αλέξης ∆αµιανός, ο Βασίλης Παπαβασιλείου και πολλοί ακόµα που το έχουν σηµαδέψει µε πολύ σηµαντικές παραστάσεις. Οταν το πήρα εγώ το 2000, ήταν
στην κατοχή της χήρας του Σταυράκου που το χρησιµοποιούσε ως κοµµάτι της Σχολής. Η µητέρα µου είχε την καλοσύνη και την αγάπη να µου το δώσει να το χειριστώ, να κάνουµε µια πολύ µεγάλη επισκευή και να γίνει ένα σύγχρονο και λειτουργικό θέατρο, ένα Βlack Βox, και από τότε άρχισα να ασχολούµαι και µε την
παραγωγή. Ξέρετε, δεν είναι κάτι εύκολο, είναι κάτι το οποίο το µαθαίνεις σιγά σιγά και θέλει πάρα πολύ κόπο και κυρίως πάρα πολλή αντοχή: ο χώρος του θεάτρου είναι ένας πολύ δύσκολος, ανταγωνιστικός και σκληρός χώρος. Αλλά σίγουρα δεν ξεκίνησα µε στόχο να γίνω παραγωγός. Είµαι ένας καλλιτέχνης που είχε την
ευλογία να αποκτήσει τον δικό του χώρο για να εκφράζεται.
Υπάρχει κάποια εµπειρία που αισθάνεστε ότι σας έχει σηµαδέψει, κάποια συνεργασία που σας καθόρισε;
Πολλές ήταν οι εµπειρίες που µε καθόρισαν. Θα έλεγα ότι περισσότερο µε καθόρισε η σχέση µου µε το θέατρο των ανατολικών χωρών τη δεκαετία του 2000-2010.
∆ηλαδή, οι επισκέψεις µου σε χώρες του πρώην ανατολικού µπλοκ, όπως η Λιθουανία κυρίως και η Ρωσία, καθόρισαν το καλλιτεχνικό µου βλέµµα και µου έδειξαν
τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο θα ήθελα να κάνω. Πηγαίνοντας σε φεστιβάλ στις χώρες αυτές, αλλά και παρακολουθώντας παραστάσεις σε πολύ γνωστά θέατρα της Ρωσίας, ανακάλυψα ότι υπάρχει ένα θέατρο το οποίο πραγµατικά µε ενδιαφέρει να φτάσω. Και αν δεν το φτάσω, να είναι πάντα ένας φωτεινός φάρος. Οπότε η
γνωριµία µε τον Οσκαρας Κορσουνόβας, ο οποίος είναι ένας από τους πιο σηµαντικούς σκηνοθέτες τα τελευταία 30 χρόνια, θα έλεγα ότι µε καθόρισε. Γιατί παρακολουθούσα παραστάσεις από αυτόν που µου άλλαξαν το καλλιτεχνικό βλέµµα. Με βάθυναν, µε συγκίνησαν και µου έδειξαν τον τρόπο που µπορεί να λειτουργήσει ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή. Αλλά και ο Τάσος Μπαντής στο θέατρο «Εµπρός» τη δεκαετία του 1990 µε καθόρισε, όπως και οι πρώτες µου συνεργασίες µε τον Στάθη Λιβαθινό, ο οποίος, έχοντας σπουδάσει στη Μόσχα, έφερε στην Ελλάδα έναν τρόπο δουλειάς τότε σχεδόν άγνωστο. Ολα αυτά διαµόρφωσαν τον τρόπο µε τον οποίο σκηνοθετώ σήµερα.
Ενας τόσο δραστήριος καλλιτέχνης βρίσκει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;
Βεβαίως και υπάρχει ελεύθερος χρόνος, απλώς δεν µας χαρίζεται, τον δηµιουργούµε. Αν είµαστε δηµιουργικοί, είναι επειδή επιτρέπουµε στον εαυτό µας να κάνει και άλλα πράγµατα. Μου αρέσει πολύ η επαφή µε τη φύση: να πηγαίνω στην Ανδρο, να περπατώ, να επισκέπτοµαι χωριά. Αγαπώ επίσης τα ταξίδια σε πόλεις και χώρες που δεν έχω ξαναδεί, τα µουσεία και τα θέατρα του εξωτερικού. Με αποφορτίζει ο αθλητισµός: παρακολουθώ µε συνέπεια την ΑΕΚ, κάτι που συχνά εκπλήσσει όσους µε γνωρίζουν. Μου αρέσει πολύ η ζωγραφική, να βλέπω ξανά και ξανά έργα που µε συγκινούν και µου δίνουν ιδέες για σκηνογραφία ή κοστούµια. Αγαπώ τα ζώα, ιδιαίτερα τις γάτες. Ολα αυτά µου δίνουν ψυχικό χώρο και ισορροπία.
Τι συµβουλή θα δίνατε στον νεαρό ∆ηµήτρη Τάρλοου που µόλις τώρα πραγµατοποιεί το ξεκίνηµά του;
Η συµβουλή είναι να ατσαλώσει το στοµάχι του, να µάθει να αντέχει. Γιατί ο χώρος του θεάτρου είναι πάρα πολύ σκληρός και πολλές φορές εκδικητικός και µοχθηρός.
Υπάρχει κάποιο απωθηµένο ή κάποιο όνειρο που δεν πραγµατοποιήθηκε;
Οχι. Είµαι βαθιά ευτυχής που τις περισσότερες φορές τις επιθυµίες και τα σχέδιά µας µπορούµε να τα υλοποιούµε, εγώ µε τους συνεργάτες µου. Το θέατρο είναι
συλλογική τέχνη, χρειάζεται άξιους και ένθερµους συµπαραστάτες. Και εγώ είχα αυτή την τύχη. ∆εν αισθάνοµαι ότι µου λείπει κάτι. Τα καλύτερά µου όνειρα τα
έχω ήδη πραγµατοποιήσει.
Ετοιµάζετε τον «Βυσσινόκηπο» για το 2026. Τι κάνει την αναµονή και τη φαινοµενική ακινησία των ηρώων του Τσέχοφ τόσο επίκαιρη;
Ζούµε σε ένα µεσοδιάστηµα: ανάµεσα σε µια πραγµατικότητα που γνωρίζαµε και σε µια άλλη που έρχεται και δεν καταλαβαίνουµε ακόµη. Η τεχνητή νοηµοσύνη, για παράδειγµα, είναι ήδη παρούσα στην καθηµερινότητά µας και αλλάζει ριζικά τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτό το αίσθηµα αναµονής και ακινησίας είναι βαθιά τσεχοφικό. Στον «Βυσσινόκηπο», όµως, το µεγάλο θέµα δεν είναι µόνο η ακινησία, αλλά και ο αποχωρισµός: Πώς αποχωρίζεσαι κάτι που αγαπάς. ∆ουλεύω βιωµατικά µε τους ηθοποιούς και µε ενδιαφέρει να φέρουν τις προσωπικές τους εµπειρίες πάνω σε αυτά τα θέµατα. Παράλληλα, στόχος µου είναι να αναδείξω το χιούµορ του Τσέχοφ. Ο ίδιος έλεγε ότι το έργο είναι κωµωδία – και αυτό απαιτεί µια πολύ συγκεκριµένη, σωστή ανάγνωση και µετάφραση, ώστε να αναδειχθούν οι κωµικές και παράλογες ποιότητές του.
Πρόσφατα χαρακτηρίσατε τα συνεχή sold out ως κατάρα. Τι κινδύνους κρύβει η εµπορική επιτυχία;
Η ίδια η εµπορική επιτυχία δεν κρύβει κανένα κίνδυνο. Το θέµα είναι το πώς το κοινό χειραγωγείται πλέον και το πώς δηµιουργούνται τα sold out. Νοµίζω ότι το
κοινό δυστυχώς έχει αποκτήσει πολύ πιο εµπορικά «θέλω», πολύ πιο mainstream «θέλω» και αυτό είναι λίγο ανησυχητικό. ∆ηλαδή παλιότερα µια παράσταση αν
ήταν καλή λειτουργούσε από στόµα σε στόµα και ήταν σίγουρο ότι θα γίνει sold out. Τώρα δεν είναι καθόλου βέβαιο αυτό: υπάρχει µια δυσάρεστη µαζικοποίηση.
Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα και την επόµενη µέρα του;
Το θέατρο στην Αθήνα έχει βιοµηχανοποιηθεί. Αυτό έχει θετικά στοιχεία -καλύτερες παραγωγές, περισσότερα µέσα- αλλά και σοβαρά προβλήµατα. Υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις και το κοινό δεν επαρκεί για να τις στηρίξει όλες. Ταυτόχρονα, ζούµε σε µια κοινωνία µε διάσπαση προσοχής, χαµηλότερα αισθητικά κριτήρια και ανάγκη για γρήγορα θεάµατα που θυµίζουν βιντεοκλίπ. Το θέατρο, όµως, είναι η τέχνη της κοινωνικής συνάντησης, της ανταλλαγής. Οταν αυτό χάνεται, δηµιουργείται ένα σοβαρό ζήτηµα. ∆εν είµαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για την επόµενη µέρα. Ο τρόπος µε τον οποίο συµπεριφέρεται ο κόσµος, ο τρόπος µε τον οποίο αγνοεί τον διπλανό του, η έλλειψη κοινωνικής αγωγής, η έλλειψη ενσυναίσθησης, όλα αυτά µου δηµιουργούν µεγάλη ανησυχία. Αλλά οφείλουµε να λαµβάνουµε υπόψη την εποχή µας σε ό,τι κάνουµε.
Κυριακάτικη Απογευματινή








