Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία δεν είναι µόνο θέµα των γυναικών»

Ο σημαντικός θεατράνθρωπος Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» για την καλλιτεχνική πορεία του, τις παραστάσεις που ανεβάζει, αυτές που ετοιμάζει, αλλά και για το θέατρο γενικότερα
20:58 - 16 Μαρτίου 2026
Θωμάς Μοσχόπουλος
«Προσπαθώ να απολαμβάνω τη διαδρομή της δουλειάς και όχι να περιμένω μόνο το αποτέλεσμα», δηλώνει ο Θωμάς Μοσχόπουλος

Είναι ένας σπουδαίος θεατράνθρωπος: σκηνοθέτης, ηθοποιός, µεταφραστής έργων και συγγραφέας. Από το 2014 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου «Πόρτα» της Ξένιας Καλογεροπούλου και από το 2023 είναι επίκουρος καθηγητής στο Τµήµα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης. Πάνω απ’ όλα όµως -όπως λέει ο ίδιος- τον ενδιαφέρει να αφηγείται ιστορίες. Με αφορµή τις πρόσφατες σκηνοθετικές δουλειές του, ο Θωµάς Μοσχόπουλος µιλά εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή» για τον «Κο Ζυλ», το «Εκείνος που έκλεψε τη µέρα και πλήρωσε τη νύχτα» και την επόµενη παράσταση που ετοιµάζει για το καλοκαίρι, για το ξεκίνηµά του στο θέατρο και το πώς αυτό τον βοήθησε στις δυσκολίες της εφηβείας, σχολιάζει τη σχέση των φύλων και αναφέρει τον προβληµατισµό του για τη νέα γενιά καλλιτεχνών. Επιπλέον, µοιράζεται τις σκέψεις του για τη σκηνοθεσία και τις απαιτήσεις της, αποκαλύπτει ότι προσπαθεί στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του να διαλογίζεται και µιλά για όλα εκείνα που ακόµα τον κινητοποιούν, για τους θεατές σήµερα, αλλά και για τα δεινά της πατριαρχίας…

Σκηνοθετείτε σε δική σας διασκευή στο θέατρο «Πόρτα» το κλασικό έργο του Στρίντµπεργκ, «∆εσποινίς Τζούλια», υπό τον τίτλο «Ο κος Ζυλ». Τι έχουµε να περιµένουµε από αυτή την παράσταση;

∆εν είναι τόσο µια διασκευή, είναι περισσότερο µια µεταγραφή. Η αρχική πρόθεση ήταν να κάνουµε µια διασκευή, αλλά καθώς ξεκίνησα να γράφω, πήρα πολύ µεγαλύτερες ελευθερίες απ’ ό,τι είχα υπολογίσει στην αρχή. Ετσι, προέκυψε ένα κείµενο που βασίζεται στο έργο του Στρίντµπεργκ, αλλά δεν είναι απλώς διασκευή. Είναι µια επανεκκίνηση από την αρχική ιδέα του, από την υπόθεση και τη δραµατουργία. Αυτό, πάντως, που µε ενδιέφερε εξαρχής στο έργο -και νοµίζω ότι στη νέα
εκδοχή αναπτύχθηκε ακόµη περισσότερο- είναι το κατά πόσο και µε ποιον τρόπο η πατριαρχία, για την οποία γίνεται πολύς λόγος τα τελευταία χρόνια,
επηρεάζει όχι µόνο τις γυναίκες, αλλά και τους άνδρες. Γι’ αυτό έβαλα ως ήρωα έναν άνδρα, που πιέζεται από ζητήµατα ταυτότητας και από τον κοινωνικό ρόλο που καλείται να επιδείξει. Με απασχόλησε η ασάφεια και η δυσκολία ενός άνδρα που προσπαθεί να αποδείξει τον ανδρισµό του: στον εαυτό του, στους άλλους και στην κοινωνία.

Πώς βλέπετε σήµερα το ζήτηµα της ισορροπίας ανάµεσα στα δύο φύλα;

Εχω επηρεαστεί αρκετά από το βιβλίο «Χ, Ψ, η ανδρική ταυτότητα» της  Elisabeth Badinter, που υποστηρίζει ότι αν το πρόβληµα ανάµεσα σε άνδρες και γυναίκες δεν λυθεί ταυτόχρονα και από τα δύο µέρη, δεν θα λυθεί ποτέ. Οσο δηµιουργούµε αντιπαλότητες, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο, δεν προχωράµε. Φοβάµαι ότι τα τελευταία χρόνια συµβαίνει και κάτι άλλο: σε κάποιες περιπτώσεις οι γυναίκες υιοθετούν οι ίδιες πατριαρχικά πρότυπα, αντί να προτείνουν κάτι διαφορετικό,
πιο κοντά στη φύση των πραγµάτων. Αντιδρώντας στους κλισέ ρόλους που τους έχουν επιβληθεί, φτάνουν κάποιες φορές στο άλλο άκρο. Νοµίζω ότι χρειάζεται να βρεθεί µια µέση οδός, ένας τρόπος να επικοινωνήσουν πραγµατικά τα δύο φύλα. Ελπίζω ότι θα βρεθούν λύσεις. Βλέπω ήδη σηµαντικές µετακινήσεις: για παράδειγµα, βλέπω πατεράδες πιο τρυφερούς µε τα παιδιά τους, να µη φοβούνται να δείξουν την ευαισθησία τους. Το σηµαντικό είναι να καταλάβουν και οι δύο πλευρές ότι υποφέρουν από τα δεινά της πατριαρχίας. ∆εν είναι µόνο θέµα των γυναικών.

Συνεχίζεται, επίσης, µε επιτυχία (σε δική σας σκηνοθεσία) το έργο «Εκείνος που έκλεψε τη µέρα και πλήρωσε τη νύχτα», του Γκέοργκ Κάιζερ, στο θέατρο «Βασιλάκου».

Η παράσταση προέκυψε από µια περίοδο ενασχόλησης µε το θέατρο του µοντερνισµού. Αναζητούσαµε ένα έργο που να διαφοροποιείται από το ρεπερτόριο που επαναλαµβάνεται τα τελευταία χρόνια: πολλά κλασικά έργα, αρκετή ατολµία απέναντι στα σύγχρονα και µια κάπως προκατασκευασµένη αντίληψη ότι «αυτό είναι κωµωδία» και «αυτό είναι δράµα». Μας ενδιέφεραν οι γκρίζες ζώνες. Τα έργα που βρίσκονται ανάµεσα σε αυτά τα δύο. Ο Κάιζερ είναι ένα τέτοιο παράδειγµα. Είναι ένα έργο κλασικό λόγω της ιστορικότητάς του, αλλά ταυτόχρονα πολύ ανατρεπτικό και εξαιρετικά σύγχρονο. ∆εν είναι παράσταση για όλους. Αν όµως ο θεατής αφεθεί και δεχτεί αυτή τη ρευστότητα ανάµεσα στο δράµα και στο χιούµορ θα ζήσει µια µικρή περιπέτεια. Και αυτό είναι κάτι που θεωρώ πολύ σηµαντικό στο θέατρο.

Το καλοκαίρι ετοιµάζετε µε τον Θεατρικό Οργανισµό Κύπρου τον «Ιωνα» του Ευριπίδη, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ένα από τα πιο αινιγµατικά έργα του αρχαίου δράµατος.

Ακριβώς. Είναι ένα έργο που βρίσκεται ανάµεσα σε διαφορετικές κατηγορίες: δεν είναι ούτε καθαρή τραγωδία ούτε κωµωδία. Αυτή η ασάφεια µε ενδιαφέρει πολύ. Τα έργα του Ευριπίδη συχνά λειτουργούν σαν «problem plays». ∆εν σου λένε από πριν πώς πρέπει να τα δεις, σου δίνουν τη δυνατότητα να τα ερµηνεύσεις προσωπικά. Ο θεατής συχνά φοβάται µήπως φανεί «ανεπαρκής» µπροστά σε ένα κλασικό έργο. Αλλά το θέατρο δεν απευθύνεται στους ειδικούς. Η ιδέα ότι πρέπει να ξέρεις τα πάντα για να το παρακολουθήσεις είναι ένας πολύ στείρος τρόπος θέασης.

Παραµένετε καλλιτεχνικός διευθυντής στο θέατρο «Πόρτα», συνεργάζεστε µε τον ΘΟΚ και αναλαµβάνετε πολλές νέες σκηνοθεσίες. Πώς τα προλαβαίνετε όλα;

Με κόπο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι βρίσκω µεγάλη χαρά στη δουλειά µου. Οπότε µε κάποιον τρόπο αποζηµιώνοµαι. Βέβαια υπάρχουν περίοδοι µεγάλης
κούρασης, όπως τώρα, µετά την πρεµιέρα. Παρ’ όλ’ αυτά, παραµένω πάντα πολύ αφοσιωµένος σε αυτό που κάνω.

Εχετε σκηνοθετήσει θεατρικές παραστάσεις, όπερες, τηλεοπτικές ταινίες, ντοκιµαντέρ, βιντεοκλίπ. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο;

Με ενδιαφέρει να αφηγούµαι ιστορίες. Το µέσο µπορεί να αλλάζει. Αυτή την περίοδο θα ήθελα πολύ να κάνω µια ταινία, να δοκιµάσω πράγµατα που έχω
µάθει στο θέατρο σε ένα άλλο πεδίο. Επίσης τελευταία µε απασχολεί πολύ το γράψιµο. Το µέσο µπορεί να αλλάζει. Αλλά οι ιστορίες είναι ο κοινός παρονοµαστής όλων αυτών.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε µε το θέατρο;

Ηταν στο σχολείο που συνειδητοποίησα ότι µε ενδιαφέρει να λέω ιστορίες µέσα από αυτό το µέσο, δηλαδή αυτό το µέσο το οποίο είναι λίγο παιχνίδι.
Οπότε είναι παλιά η σύνδεση και πάει ακόµα πιο µακριά, στα διαβάσµατα και τις ιστορίες που µου αφηγούνταν οι γονείς µου και οι γιαγιάδες, που νοµίζω
ότι συνέβαλαν πολύ φυσικά σε µια διαµόρφωση, η οποία τότε δεν είχε σηµεία που ήταν εµφανώς καθοριστικά. Αλλά σίγουρα, από πολύ µικρή ηλικία, µε µάγευε η εµπειρία του θεάτρου. Πήγαινα µε τον πατέρα µου σε παραστάσεις και θυµάµαι την ανυποµονησία µου πριν ξεκινήσει η παράσταση. Στην εφηβεία,
ωστόσο, πέρασα µια δύσκολη περίοδο και η ενασχόλησή µου µε έναν ερασιτεχνικό θίασο µε βοήθησε πολύ. Εκεί, κατάλαβα ότι παίρνω δύναµη από αυτή
την ενασχόλησή µου και µπορώ να αντιµετωπίσω την πραγµατικότητα µε άλλο τρόπο. Από τότε, βέβαια, έχουν περάσει πολλά στάδια. Ηρθαν φορές που
έλεγα πόσο λάθος έκανα που επέλεξα αυτή τη δουλειά! Αλλά τώρα, πια, ξέρω ότι το θέατρο για µένα δεν είναι απλώς ένα επάγγελµα: είναι τρόπος ζωής.

Υπάρχει κάποια συνεργασία ή εµπειρία που αισθάνεστε ότι σας έχει καθορίσει καλλιτεχνικά;

∆εν θέλω να αναφερθώ σε συγκεκριµένα πρόσωπα. Αλλά είναι πάρα πολλές οι εµπειρίες µέσα στα χρόνια. Κάθε περίοδος της ζωής µου είχε τις δικές της επιρροές. Πάντως, έχω µάθει πολλά και από θετικές και από αρνητικές εµπειρίες. ∆εν µπορώ να ξεχωρίσω µία συγκεκριµένη. Τα πρότυπα αλλάζουν συνεχώς µε τον
χρόνο, όπως αλλάζουµε και εµείς.

Τι θα συµβουλεύατε έναν νέο άνθρωπο που θέλει να ασχοληθεί µε τη σκηνοθεσία;

Αν έχει την παραµικρή αµφιβολία, καλύτερα να µην το κάνει. Είναι ένας δρόµος πολύ απαιτητικός και ασταθής. ∆εν έχει κανονικότητα. Οπότε αν δεν αντέχει να ζει µε αυτόν τον τρόπο -µια πάνω, µια κάτω, σε µόνιµη ένταση και υπερβολή- ας µην το κάνει. Οι πραγµατικοί σκηνοθέτες είναι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν έναν τρόπο να µεταφράζουν τα πραγµατικά σε φανταστικά και τα φανταστικά σε πραγµατικά. Είναι κάτι το οποίο είναι και ευχή και κατάρα µαζί. Οπότε, αν έχει κάποιος την παραµικρή αµφιβολία ότι χρειάζεται να κάνει αυτή τη δουλειά, είναι σε λάθος δρόµο. Αν όµως νιώθει ότι δεν µπορεί να κάνει τίποτε άλλο, τότε ας το ακολουθήσει.

Εντάξει, αυτή η δουλειά είναι ένας τρόπος ζωής. Παρ’ όλ’ αυτά ένας καλλιτέχνης τόσο δραστήριος όσο εσείς έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;

Η επαφή µε τους δικούς µου ανθρώπους και οι στιγµές ηρεµίας. Αυτό που χρειάζοµαι περισσότερο, όµως, είναι η ηρεµία και το κενό, το άδειασµα. ∆ηλαδή
κάτι το οποίο εγώ συνειδητά αφήνω να µε αποφορτίζει. Κάποτε έψαχνα να το βρω ας πούµε σε µια φυγή, σε ένα ταξίδι, στις διακοπές. Τώρα, επειδή πιέζουν
τα πράγµατα, έχω µάθει να το κάνω σε οποιαδήποτε στιγµή: αν έχω πέντε λεπτά ελεύθερο χρόνο, προσπαθώ µέσα µου να ελέγξω λίγο τη σκέψη µου η οποία
µε κάποιον τρόπο τρέχει παραπάνω απ’ ό,τι θα έπρεπε να τρέχει. Βρίσκω τεχνικές να αδειάζω το κεφάλι µου και να µην κάνω τίποτα, αυτό το κενό που χρειάζοµαι για να φορτίσω λίγο τις µπαταρίες µου. ∆υστυχώς, δεν είναι εύκολη η καθηµερινότητα σε κανένα επίπεδο. Οταν µετακινείσαι µέσα στην πόλη υπάρχει
µια σπατάλη χρόνου τροµακτική. Αλλά αν σε εκείνο το διάστηµα της µετακίνησης καταφέρεις να αδειάζεις λίγο το κεφάλι σου έχεις ένα µικρό κέρδος. ∆ηλαδή, προσπαθώ να διαλογίζοµαι λίγο.

Παρά τα όσα έχετε πετύχει, υπάρχει κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;

Οταν ένα όνειρο πραγµατοποιηθεί, παύει να είναι όνειρο και γίνεται πραγµατικότητα. Σίγουρα κάνω σχέδια, αλλά δεν παθαίνω εξάρτηση από αυτά. Κατά
συνέπεια, δέχοµαι τα πράγµατα όπως έχουν έρθει: λέω ότι είµαι ευγνώµων στη ζωή µου και δεν µπαίνω καθόλου στη διαδικασία να σκεφτώ τι θέλω, τι
δεν θέλω. Προσπαθώ να απολαµβάνω τη διαδροµή της δουλειάς και όχι να περιµένω µόνο το αποτέλεσµα.

Πώς βλέπετε το θέατρο σήµερα;

Υπάρχει µια τάση επιστροφής του κόσµου στο θέατρο, ίσως ως αντίδραση στην αποµόνωση της καραντίνας. Κλειστήκαµε για πάρα πολύ καιρό στο σπίτι και θέλουµε πάλι να µαζευτούµε κάπου όλοι µαζί. Και αυτό είναι υπέροχο. Ωστόσο, υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις και µια αγωνία των νέων καλλιτεχνών να βρουν µια θέση µέσα σε αυτό το χάος. Εχουν, όµως, µεγαλύτερη ανάγκη να µπουν κάπου, να βρεθούν σε µια δουλειά και συχνά τους λείπει η τόλµη, το ρίσκο για να εξελιχθούν καλλιτεχνικά. Είναι λίγο τροµαγµένα τα παιδιά και χρειάζονται κάποιος να τους υποστηρίξει, να τους πει: «Μπράβο, προχώρα». Απ’ την άλλη, οι νέοι φοβούνται το λάθος. Αν τους κάνεις, ας πούµε, µια µικρή παρατήρηση αυτοµάτως θυµώνουν. Θεωρούν, κατά κάποιον τρόπο, ότι θα τους καταδικάσουν ή αισθάνονται ότι µε κάποιον τρόπο το παρελθόν ήταν ιδανικό και τώρα αυτοί απλώς έχουν αδικηθεί από το παρόν. Οτι εµείς ζήσαµε όλες τις χρυσές εποχές. Αλλά
αυτά είναι κλισέ, είναι λάθος. Κι εµείς, από την πλευρά µας, καταβάλαµε πολύ κόπο. Μόνο αν καταβάλεις κόπο µπορείς να πας παρακάτω.

Κυριακάτικη Απογευματινή