Ηταν 4 Ιουλίου του 2004 όταν η Εθνική Ελλάδας ανέβηκε στο πιο ψηλό σκαλί της Ευρώπης στο Euro της ίδιας χρονιάς. Η οµάδα του Οτο Ρεχάγκελ πέτυχε το µεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θαύµα των τελευταίων δεκαετιών και κατέκτησε το τρόπαιο απέναντι σε µεγάλες δυνάµεις του ποδοσφαίρου, όπως η Γαλλία, η Τσεχία, αλλά και η οικοδέσποινα Πορτογαλία, που αγωνιζόταν µέσα στη Λισαβόνα. Η οµάδα του 2004 δεν είχε παγκόσµιους σταρ, όπως οι αντίπαλοί της, αλλά ούτε και ποδοσφαιριστές µε µεγάλη χρηµατιστηριακή αξία. Βασιζόταν κυρίως στη συνοχή, την πειθαρχία και την πίστη στο πλάνο του Γερµανού προπονητή, ο οποίος κατάφερε να µετατρέψει αυτό το σύνολο σε µια οµάδα που… αρνήθηκε να χάσει.
Η εικόνα της Εθνικής Ελλάδας, 22 χρόνια αργότερα, είναι εντελώς διαφορετική. Η οµάδα του Ιβάν Γιοβάνοβιτς δεν έχει ακόµη κατακτήσει κάποιον τίτλο, όµως διαθέτει ίσως το πιο ακριβό και ελπιδοφόρο ρόστερ στην ιστορία της. Σύµφωνα µε το Transfermarkt, η συνολική χρηµατιστηριακή αξία της ανέρχεται στα 275,60 εκατ. ευρώ, ενώ η οµάδα του 2004 αποτιµάται συνολικά στα 76,75 εκατ. ευρώ. Η διαφορά ξεπερνά τα 198 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει όχι µόνο την εξέλιξη της αγοράς, αλλά και την αλλαγή της θέσης του Ελληνα ποδοσφαιριστή στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.
Ο Γιούρκας και ο «Κάρα»
Το εντυπωσιακό είναι πως οι περισσότεροι πρωταγωνιστές του 2004 δεν µπήκαν στο Euro ως µεγάλα ονόµατα. Ο Αντώνης Νικοπολίδης, ο Τραϊανός ∆έλλας, ο Μιχάλης Καψής, ο Γιούρκας Σεϊταρίδης, ο Τάκης Φύσσας, ο Αγγελος Μπασινάς, ο Θοδωρής Ζαγοράκης, ο Γιώργος Καραγκούνης, ο Στέλιος Γιαννακόπουλος και ο Αγγελος Χαριστέας αποτελούσαν ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου, αλλά όχι αστέρες που θα προκαλούσαν «πόλεµο» µεταξύ των κορυφαίων συλλόγων της Ευρώπης.
Η κατάκτηση του Euro άλλαξε τα πάντα. Οι ελληνικές σηµαίες κυµάτιζαν σε κάθε γωνιά της χώρας, όµως παράλληλα άνοιξε και η πόρτα της ευρωπαϊκής αγοράς. Οι ελληνικές οµάδες άρχισαν να δέχονται προτάσεις για τους διεθνείς τους, ενώ αρκετοί ποδοσφαιριστές βρέθηκαν στο στόχαστρο κορυφαίων συλλόγων.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγµα αποτέλεσε ο Γιούρκας Σεϊταρίδης. Ο δεξιός µπακ του Παναθηναϊκού πραγµατοποίησε εξαιρετικό τουρνουά και λίγο αργότερα µεταγράφηκε στην Πόρτο έναντι ποσού που άγγιξε τα 8 εκατ. ευρώ – µια από τις µεγαλύτερες πωλήσεις Ελληνα ποδοσφαιριστή εκείνης της εποχής.
Ο Αγγελος Χαριστέας, ο άνθρωπος που πέτυχε το «χρυσό» γκολ στον τελικό απέναντι στην Πορτογαλία, εκτόξευσε τη φήµη του σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η αξία του αυξήθηκε σηµαντικά και λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε µεγάλη µεταγραφή στον Αγιαξ, επιβεβαιώνοντας πως το Euro αποτέλεσε το διαβατήριο για µια ακόµα µεγαλύτερη καριέρα.
Παρόµοια ήταν και η περίπτωση του Γιώργου Καραγκούνη, ο οποίος µετά τον θρίαµβο της Λισαβόνας καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους Ελληνες µέσους της γενιάς του. Η παρουσία του στην Ιντερ και αργότερα στην Μπενφίκα επιβεβαίωσε ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο είχε πλέον αποκτήσει διεθνή εκπροσώπηση σε κορυφαίο επίπεδο.
Ο ποδοσφαιρικός χαρακτήρας
Εκείνη η οµάδα δεν ξεχώριζε για τις οικονοµικές αποτιµήσεις της. Οι επιθετικοί Αγγελος Χαριστέας και Γιάννης Αµανατίδης ήταν από τους ποδοσφαιριστές µε τις υψηλότερες χρηµατιστηριακές αξίες του ελληνικού ρόστερ, περίπου στα 4 εκατ. ευρώ και 3,5 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα, ενώ ο ∆ηµήτρης Παπαδόπουλος βρισκόταν κοντά στα 3 εκατ. ευρώ.
Για τα σηµερινά δεδοµένα τα ποσά µοιάζουν µικρά. Το 2004, όµως, αντιστοιχούσαν σε ιδιαίτερα σηµαντικές αποτιµήσεις για Ελληνες ποδοσφαιριστές, σε µια εποχή που ακόµα και οι κορυφαίοι αστέρες του παγκόσµιου ποδοσφαίρου σπάνια ξεπερνούσαν σε αξία τα 50 εκατ. ευρώ.
Αυτό που έκανε τη διαφορά δεν ήταν τα χρήµατα. Ηταν η προσωπικότητα. Η Εθνική Ελλάδας του Ρεχάγκελ έπαιζε µε ξεκάθαρες αρχές. Αµυνόταν σαν µία γροθιά, πίεζε µε πειθαρχία και εκµεταλλευόταν σχεδόν κάθε στατική φάση. ∆εν είχε τον πιο ακριβό ποδοσφαιριστή του τουρνουά, είχε όµως τον κορυφαίο προπονητή σε επίπεδο τακτικής και ένα σύνολο που πίστευε απόλυτα στον στόχο του.
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το ποδόσφαιρο άλλαξε, οι τιµές έχουν πλέον εκτοξευτεί και τις περισσότερες φορές τα µπάτζετ «µιλάνε» και στο γήπεδο.
Κοστίζει ακριβά
Η µεγαλύτερη διαφορά ανάµεσα στην οµάδα του 2004 και στη σηµερινή Εθνική είναι πως οι πρωταγωνιστές της νέας γενιάς δεν περιµένουν µια µεγάλη διάκριση για να αποκτήσουν αξία. Την έχουν ήδη αποδείξει στο ποδοσφαιρικό τους κοινό.
Ο Χρήστος Τζόλης αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα. Μετά την εντυπωσιακή του παρουσία στο Βέλγιο, πήρε µεταγραφή στην Αρσεναλ έναντι περίπου 40 εκατ. ευρώ, σε µια από τις ακριβότερες µετακινήσεις Ελληνα ποδοσφαιριστή όλων των εποχών. Η χρηµατιστηριακή του αξία στο Transfermarkt ανέρχεται επίσης στα 40 εκατ. ευρώ, γεγονός που τον καθιστά τον ακριβότερο Ελληνα ποδοσφαιριστή αυτήν τη στιγµή.

Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση του Βαγγέλη Παυλίδη. Ο διεθνής επιθετικός εξαργύρωσε τις εξαιρετικές εµφανίσεις του µε τη µεταγραφή του στην Μπενφίκα, σε ένα deal που ξεπέρασε τα 18 εκατ. ευρώ, ενώ σήµερα η χρηµατιστηριακή του αξία φτάνει τα 28 εκατ. ευρώ, γεγονός που τον καθιστά έναν από τους κορυφαίους Ελληνες φορ της τελευταίας δεκαετίας.
Ο Κωνσταντίνος Καρέτσας, αν και βρίσκεται ακόµη στην αρχή της καριέρας του, θεωρείται ήδη ένα από τα µεγαλύτερα wonderkids της Ευρώπης. Η αξία του στο Transfermarkt αγγίζει τα 35 εκατ. ευρώ και είναι σίγουρο πως µετά τη µεταγραφή του στην Ντόρτµουντ (ένα από τα µεγαλύτερα… σχολεία για νεαρά ταλέντα), θα εκτοξευθεί ακόµα περισσότερο.

Στην άµυνα, ο Κωνσταντίνος Κουλιεράκης έκανε το µεγάλο βήµα µε τη µεταγραφή του στη Βόλφσµπουργκ, επιβεβαιώνοντας πως αποτελεί έναν από τους πιο εξελίξιµους στόπερ της γενιάς του. Σήµερα η χρηµατιστηριακή του αξία υπολογίζεται στα 25 εκατ. ευρώ, γεγονός που τον κατατάσσει ανάµεσα στους ακριβότερους Ελληνες αµυντικούς, µε την προ ολίγων ηµερών µεταγραφή του στη Ρόµα να κοστίζει συνολικά 18 εκατ. ευρώ (συµπεριλαµβάνονται τα µπόνους). Παρόµοια πορεία ακολουθεί και ο Κωνσταντίνος Μαυροπάνος. Μετά το πέρασµά του από την Αρσεναλ και τη Στουτγκάρδη, η Γουέστ Χαµ επένδυσε περίπου 20 εκατ. ευρώ για να τον αποκτήσει, µε τη σηµερινή χρηµατιστηριακή αξία του να ανέρχεται στα 18 εκατ. ευρώ.
Ο Κώστας Τσιµίκας ήταν από τους πρώτους Ελληνες που άνοιξαν τον δρόµο για τη νέα γενιά. Η µεταγραφή του από τον Ολυµπιακό στη Λίβερπουλ έφτασε περίπου τα 13 εκατ. ευρώ, ενώ, παρά την ηλικία του, εξακολουθεί να αποτιµάται στα 4,5 εκατ. ευρώ από το Transfermarkt. Κάτω από τα δοκάρια, ο Κωνσταντίνος Τζολάκης αποτελεί πλέον έναν από τους πιο ακριβούς Ελληνες τερµατοφύλακες. Μετά τη µεταγραφή του στη Χαλ, η χρηµατιστηριακή του αξία έχει εκτοξευθεί στα 18 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας πως συγκαταλέγεται στους πλέον εξελίξιµους τερµατοφύλακες της Ευρώπης.
Στη µεσαία γραµµή, ο Χρήστος Μουζακίτης βλέπει ήδη κορυφαίους συλλόγους να παρακολουθούν την πορεία του. Η αξία του έχει φτάσει τα 25 εκατ. ευρώ, παρά το νεαρό της ηλικίας του, µε τον ίδιο να αποτελεί ένα από τα µεγαλύτερα ελληνικά projects. Αντίστοιχα, ο Χρήστος Ζαφείρης, µετά τη µεταγραφή του στον ΠΑΟΚ, συνεχίζει την ανοδική του πορεία, µε το Transfermarkt να τον αποτιµά πλέον στα 11 εκατ. ευρώ. Τέλος, ο Λάζαρος Ρότα µπορεί να µην ανήκει στις πιο ακριβές περιπτώσεις του ελληνικού ρόστερ, ωστόσο η σταθερή παρουσία του τόσο στην ΑΕΚ όσο και στην Εθνική έχει ανεβάσει τη χρηµατιστηριακή του αξία στα 4,5 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας το βάθος που διαθέτει πλέον η «γαλανόλευκη» σε όλες τις θέσεις.
Το συµπέρασµα είναι ξεκάθαρο: το 2004 οι Ελληνες διεθνείς έγιναν περιζήτητοι επειδή κατέκτησαν την Ευρώπη. Το 2026, οι διεθνείς της νέας γενιάς κοστολογούνται ήδη δεκάδες εκατοµµύρια ευρώ πριν ακόµη ζήσουν τη δική τους µεγάλη διεθνή επιτυχία. Αυτή είναι ίσως η µεγαλύτερη απόδειξη ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει αλλάξει επίπεδο τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Η αγορά άλλαξε
Η τεράστια διαφορά στις αποτιµήσεις δεν σηµαίνει απαραίτητα ότι οι σηµερινοί ποδοσφαιριστές είναι καλύτεροι από εκείνους του 2004. Αν επιχειρούσαµε να… µεταφράσουµε σε χρήµατα την αξία των εθνικών οµάδων, θα ήµασταν πιθανότατα εκτός ποδοσφαιρικής λογικής. Σηµαίνει, όµως, ότι το ίδιο το ποδόσφαιρο λειτουργεί πλέον µε διαφορετικούς κανόνες. Το 2004 οι περισσότεροι Ελληνες διεθνείς αγωνίζονταν στο ελληνικό πρωτάθληµα. Οι µεταγραφές στο εξωτερικό πραγµατοποιούνταν συνήθως έπειτα από µεγάλες διακρίσεις, ενώ τα ποσά που δαπανούσαν οι σύλλογοι ήταν πολύ χαµηλότερα από τα σηµερινά δεδοµένα.
Το 2026 συµβαίνει το αντίθετο. Οι κορυφαίοι ελληνικοί σύλλογοι επενδύουν περισσότερο στην ανάπτυξη νεαρών ποδοσφαιριστών, οι ευρωπαϊκές οµάδες παρακολουθούν στενά τα ελληνικά πρωταθλήµατα και δεν διστάζουν να αποκτήσουν έναν παίκτη πριν καν φτάσει στο αγωνιστικό του ταβάνι. Περιπτώσεις όπως η µεταγραφή του Καρέτσα στην Ντόρτµουντ, του Τζόλη στην Αρσεναλ, αλλά και του Τζολάκη στη Χαλ και στην Premier League αποτελούν πλέον τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Οπως καταλαβαίνει κανείς, το υλικό είναι πλούσιο, ώστε η εθνική µας οµάδα να γνωρίσει νέες επιτυχίες.
Ο ανταγωνισµός θα είναι πολύ µεγαλύτερος σε σχέση µε τις προηγούµενες δεκαετίες. Κι αυτό είναι κάτι που διαπιστώσαµε και στο φετινό Μουντιάλ, αφού χώρες όπως το Πράσινο Ακρωτήρι, οι ΗΠΑ, που πλέον… ξέρουν και «soccer», η Σενεγάλη, ακόµα και το Κουρασάο δεν κατεβαίνουν απλώς για τη χαρά της συµµετοχής, αλλά διεκδικούν όλα τα παιχνίδια, µη έχοντας να χάσουν κάτι.
Του Χρήστου Μπατάκα
Κυριακάτικη Απογευματινή









