Ρεπορτάζ: Τρύφωνας Ιωαννίδης
Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση στο Αιγαίο επιστρέφει σε ένα από τα πλέον ευαίσθητα σημεία της. Η ανακήρυξη τουρκικών θαλάσσιων πάρκων επαναφέρει στο προσκήνιο πάγιες θέσεις της Άγκυρας για το καθεστώς των νησιών, την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες, αυτήν τη φορά μέσα από ένα εργαλείο που εμφανίζεται πρωτίστως ως περιβαλλοντικό. Στην Αθήνα παρακολουθούν με προσοχή τις επόμενες κινήσεις, καθώς το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο τους χάρτες, αλλά το εάν η Τουρκία θα επιχειρήσει σε επόμενο χρόνο να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις της και επί του πεδίου. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων και από τις δύο πλευρές στο Αιγαίο δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η αφετηρία της σημερινής εικόνας βρίσκεται σχεδόν τρεις δεκαετίες πίσω. Η κρίση των Ιμίων, τον Ιανουάριο του 1996, δεν αποτέλεσε μόνο μια εξαιρετικά επικίνδυνη στρατιωτική αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας. Εγκαινίασε μια διαφορετική φάση των τουρκικών διεκδικήσεων, καθώς μετά την κρίση η Άγκυρα άρχισε να αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία επί νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο, διατυπώνοντας τη θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών». Μέχρι τότε ο πυρήνας της ελληνοτουρκικής διαφοράς στη θάλασσα είχε διαμορφωθεί κυρίως γύρω από την υφαλοκρηπίδα, ήδη από τη δεκαετία του 1970. Μετά τα Ίμια, ωστόσο, προστέθηκε ένα ποιοτικά διαφορετικό ζήτημα: η αμφισβήτηση της ίδιας της κυριαρχίας επί εδαφών τα οποία η Ελλάδα θεωρεί ότι έχουν σαφώς καθορισμένο καθεστώς από τις διεθνείς συνθήκες. Η Αθήνα απορρίπτει σταθερά αυτή τη θεωρία και αναγνωρίζει ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Στο ίδιο διάστημα οικοδομήθηκε ένα ευρύτερο πλέγμα τουρκικών θέσεων. Το casus belli του 1995 για την ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια παρέμεινε σε ισχύ, ενώ η Άγκυρα συνέδεσε σταδιακά τις διεκδικήσεις της με το εύρος του ελληνικού εναέριου χώρου, την αποστρατιωτικοποίηση νησιών και, κυρίως, την επήρεια που δικαιούνται να έχουν τα ελληνικά νησιά κατά την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Πρόκειται για διαφορετικές μεταξύ τους διαφορές και διεκδικήσεις, οι οποίες όμως συγκροτούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες η τουρκική πολιτική στο Αιγαίο.
Η πιο επικίνδυνη υπενθύμιση του πόσο εύκολα μια νομική και διπλωματική αντιπαράθεση μπορεί να μεταφερθεί στη θάλασσα ήρθε το καλοκαίρι του 2020. Η έξοδος του «Oruc Reis» στην Ανατολική Μεσόγειο συνοδεύθηκε από εκτεταμένη κινητοποίηση του ελληνικού και τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού. Για εβδομάδες, σημαντικό μέρος των δύο στόλων βρισκόταν ανεπτυγμένο, με τα πληρώματα σε παρατεταμένη επιφυλακή και με τον κίνδυνο ενός ατυχήματος ή μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης να αποτελεί πραγματική παράμετρο των εξελίξεων.
Έξι χρόνια αργότερα, η αντιπαράθεση επιστρέφει μέσα από διαφορετική διαδρομή. Οι αποφάσεις που δημοσιοποίησε η Τουρκία ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν αντιμετωπίζονται στην Αθήνα ως μια απλή περιβαλλοντική πρωτοβουλία. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι οι τουρκικοί χάρτες επιχειρούν να επαναφέρουν μέσω ενός νέου θεσμικού εργαλείου γνωστές θέσεις της Άγκυρας για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες και την επήρεια των νησιών.
Η κίνηση δεν εμφανίστηκε αιφνιδίως. Η Τουρκία είχε προαναγγείλει από το καλοκαίρι του 2025 ότι θα προχωρούσε στη δημιουργία δικών της θαλάσσιων πάρκων, μετά την ελληνική πρωτοβουλία για το Ιόνιο και τις νότιες Κυκλάδες. Ακολούθησαν τουρκικοί χάρτες και ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, μέχρι τις προεδρικές αποφάσεις του Αυγούστου του 2026. Η Αθήνα αντιτείνει ότι μονομερείς τουρκικές πράξεις δεν μπορούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ούτε να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Το πραγματικό τεστ, επομένως, βρίσκεται στην εφαρμογή. Διαφορετικό βάρος έχει η αποτύπωση μιας τουρκικής θέσης σε έναν χάρτη και διαφορετικό μια ενδεχόμενη προσπάθεια επιβολής περιορισμών ή άσκησης δικαιοδοσίας σε περιοχές όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι θίγονται δικά της δικαιώματα. Εκεί βρίσκεται και η κόκκινη γραμμή που μπορεί να μετατρέψει μια διπλωματική αντιπαράθεση σε επιχειρησιακή.
Το επόμενο διάστημα περιλαμβάνει, άλλωστε, περισσότερα από ένα δυνητικά σημεία τριβής. Τον Σεπτέμβριο βρίσκεται στο τραπέζι η επανεκκίνηση των εργασιών για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, μετά την τουρκική αντίδραση που είχε καταγραφεί στην περιοχή της Κάσου, ενώ η Αθήνα παρακολουθεί και τις επόμενες θεσμικές κινήσεις της Άγκυρας για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες. Η συσσώρευση διαφορετικών εκκρεμοτήτων αυξάνει τον κίνδυνο μια νέα NAVTEX ή η παρουσία ερευνητικών και πολεμικών πλοίων να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Αυτό δεν συνεπάγεται ότι Ελλάδα και Τουρκία οδηγούνται αναπόφευκτα σε μια επανάληψη του 2020. Οι πολιτικοί και διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ανοιχτοί και καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει συμφέρον από μια ανεξέλεγκτη κρίση. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων τριάντα ετών δείχνει ότι οι μεγάλες ελληνοτουρκικές εντάσεις συνήθως αρχίζουν όταν οι διεκδικήσεις περνούν από τους χάρτες και τις δηλώσεις στην επιχειρησιακή πραγματικότητα.Από τα Ίμια του 1996 μέχρι τα θαλάσσια πάρκα του 2026, αλλάζουν τα εργαλεία και οι αφορμές, όχι όμως ο πυρήνας της αντιπαράθεσης. Και ακριβώς γι’ αυτό το βλέμμα της Αθήνας είναι στραμμένο όχι μόνο σε όσα ανακοίνωσε η Άγκυρα, αλλά κυρίως σε όσα θα επιχειρήσει να κάνει στη θάλασσα.
Εφημερίδα Απογευματινή








