Τα τελευταία χρόνια αναθεωρητές της σύγχρονης Iστορίας επιχειρούν να πείσουν µε δηµόσιες τοποθετήσεις τους ότι κατά τη χούντα δεν υπήρξαν νεκροί, όπως επίσης ότι δεν υπήρξε ποτέ εισβολή στο Πολυτεχνείο τον Νοέµβριο του 1973. Η απάντηση δίνεται από τον συγγραφέα ∆ηµήτρη Βεριώνη µέσω του βιβλίου «Θάνατοι στη Χούντα: ∆ολοφονίες – Αντιδικτατορική ∆ράση – Yποπτοι θάνατοι κατά την περίοδο 1967-1974» (Εκδόσεις «Τόπος»), ο οποίος µέσα από έρευνα δέκα χρόνων αποφάσισε να ρίξει φως σε ένα θέµα που αποτελεί ανεξήγητο ταµπού στον δηµόσιο λόγο. Μάλιστα, ο κ. Βεριώνης σε συνεργασία µε τον σκηνοθέτη Σταύρο Στάγκο εργάζονται σε ένα ντοκιµαντέρ πάνω σε ορισµένες υποθέσεις του βιβλίου, το οποίο φιλοδοξούν να προβληθεί στις αρχές του επόµενου έτους.
Η «Κυριακάτικη Απογευµατινή» συνοµίλησε µε τους δύο δηµιουργούς γι’ αυτό το πρότζεκτ. «Τον ∆ηµήτρη τον γνώρισα όταν έψαχνα πληροφορίες για το “Εµείς, όχι εγώ” (σ.σ. ντοκιµαντέρ που αναφέρεται στο Πολυτεχνείο) και όταν έµαθα για το περιεχόµενο του βιβλίου, του είπα “θα το κάνουµε ταινία”. Συνάντησα έναν άνθρωπο
που έψαχνε µε επιµονή – και το έψαχνε χωρίς προκατάληψη, µε σοβαρότητα, µετριοπάθεια και αυταπάρνηση. Oταν
τελείωσε το ντοκιµαντέρ για το Πολυτεχνείο, είπαµε να ξεκινήσουµε για το επόµενο βήµα. Αναζητήσαµε τις πιο εµβληµατικές περιπτώσεις. Από τις γνωριµίες που έκανα µέσω του ∆ηµήτρη συνειδητοποίησα ότι ο πόνος παραµένει ζωντανός 50 χρόνια µετά, γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν δικαιωθεί», δηλώνει ο Σταύρος Στάγκος.
«Είναι πολύ σηµαντικό, πέρα από τη δύναµη του βιβλίου, να δούµε και τη δύναµη της εικόνας. Οταν αυτή έρχεται µέσω της αισθητικής και της σοβαρότητας που έχει ο Σταύρος στη δουλειά του δίνει περισσότερα περιθώρια κατανόησης της ιστορίας. Πρέπει να δούµε τα πράγµατα που δεν µπορούν να καταγραφούν από τον γραπτό
λόγο. Εκεί έρχεται η εικόνα και η έµπνευση µέσω του ντοκιµαντέρ και µπορεί να µας δώσει σηµαντικά αποτελέσµατα», επισηµαίνει ο ∆ηµήτρης Βεριώνης.
«Στο ντοκιµαντέρ καταγράφονται έξι έως δώδεκα περιπτώσεις, όπως αυτή του Γιάννη Καΐλη, ο οποίος δεν πέθανε από πτώση, αλλά από βασανιστήρια. Αυτό αποδείχθηκε µετά την εκταφή της σορού του. Επιδιώξαµε να υπάρξει αντιπροσωπευτικότητα της βίας που ασκήθηκε στη χούντα. Σε δεύτερο χρόνο θα αποφασίσουµε πόσες περιπτώσεις θα ενταχθούν», συµπληρώνει ο γνωστός σκηνοθέτης. «Σίγουρα υπάρχουν φοιτητές, στρατιωτικοί, αστυνοµικός, µία εργαζόµενη γυναίκα, ένας µαθητής. Η προσπάθεια ήταν να υπάρξει αντιπροσώπευση και πάντα σε σχέση µε το πόσο µπορούν να ειπωθούν πράγµατα σήµερα. Είναι σηµαντικό να ειπωθεί η ιστορία µε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία», τονίζει ο κ. Βεριώνης.
«∆εν είναι ένα συνηθισµένο ντοκιµαντέρ. Σε όσες επαφές έχω κάνει -µε έχει βοηθήσει σηµαντικά ο ∆ηµήτρης- όλοι µιλούσαν το πόσο θετικό impact είχε στη ζωή τους η έκδοση του βιβλίου. Οταν τους ρωτούσα “γιατί δεν κάνατε κάτι;”, µου απαντούσαν ότι “δεν ξέραµε τι µπορούµε να κάνουµε – έπειτα από χρόνια ήταν πολύ µεγάλη ικανοποίηση ότι η ιστορία των δικών µας ανθρώπων ακούστηκε και καταγράφτηκε µε αυτό τον τρόπο”», επισηµαίνει ο Σταύρος Στάγκος και προσθέτει ότι «υπάρχουν άνθρωποι που είναι επιφυλακτικοί και φοβούνται ακόµα και σήµερα να µιλήσουν.
Ακουσα κάποιους να λένε ότι “τίποτα δεν έχει αλλάξει. ∆εν έχω καµία εµπιστοσύνη”». Ο συγγραφέας συµπληρώνει: «Οταν έκανα το βιβλίο, υπήρξαν άνθρωποι που µου µίλησαν µε προθυµία, υπήρχαν άλλοι που δεν µίλησαν και άλλοι που, όταν τέθηκε το ζήτηµα να µπει το όνοµά τους ή όχι, προτίµησαν να µιλήσουν ως οικεία πρόσωπα. Αυτό το σεβάστηκα. Καταλήγω στο συµπέρασµα ότι κυριαρχούσε ο φόβος. Με πολλές από τις οικογένειες δηµιουργήθηκαν ανθρώπινες σχέσεις. Μπορεί να µην είµαι πρόσωπο του στενού τους περιβάλλοντος, αλλά νιώθω πολύ φίλος τους.
Υπάρχει µία εκτίµηση, κάτι που µας συνδέει. Αυτό βοήθησε και στις επικοινωνίες για το ντοκιµαντέρ και λειτουργεί ως “περιουσιακό στοιχείο” στην προσπάθεια της προσέγγισης».
Απαντώντας στο ερώτηµα για το εάν ο ΣΦΕΑ (Σύνδεσµος Φυλακισθέντων, Εξορισθέντων Αντιστασιακών της περιόδου
1967-1974) γνωρίζει για τη δηµιουργία του ντοκιµαντέρ, ο ∆ηµήτρης Βεριώνης επισηµαίνει ότι «γνωρίζει κάποια πράγµατα. ∆εν νοµίζω ότι έχει ως δοµή τη δυνατότητα να µπει πίσω από αυτό».
«Αυτήν τη στιγµή βρισκόµαστε στο στάδιο της αναζήτησης χρηµατοδότησης. Εχουµε κάποια χρηµατοδότηση από την
ΕΡΤ, έχουµε βρει κάποιους διεθνείς διανοµείς, έχουµε κάποιους συµπαραγωγούς, ενώ αναζητούµε χρηµατοδότηση και µέσω crowdfunding για να συµπληρώσουµε κάποια χρήµατα. Εχουµε µια θετική ανταπόκριση και θα συνεχίσουµε να το κυνηγάµε.
Θα απευθυνθούµε και σε άλλους φορείς και ευελπιστούµε από τον Μάρτιο µέχρι τον Απρίλιο να έχουµε συγκεντρώσει το ποσόν που χρειάζεται. Εάν όλα πάνε καλά, θα καταφέρουµε στο τέλος του 2026 να είναι έτοιµο το ντοκιµαντέρ», τονίζει ο Σταύρος Στάγκος. «Πρέπει, όµως, να πούµε ότι υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας, που δεν είναι άλλος από τον χρόνο, ο οποίος λειτουργεί αντίστροφα. Ο καιρός περνά, πράγµατα ξεχνιούνται, άνθρωποι φεύγουν από τη
ζωή και, ως εκ τούτου, υπάρχει µια πίεση για τη δηµιουργία του ντοκιµαντέρ. Προσπαθούµε να είµαστε πιο γρήγοροι και πιο αποτελεσµατικοί ως προς αυτή την κατεύθυνση», καταλήγει ο ∆ηµήτρης Βεριώνης.
Κυριακάτικη Απογευματινή








