Η επέτειος της 21ης Απριλίου παραμένει η πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αλλά και ένα πεδίο έντονων ερμηνευτικών συγκρούσεων. Η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό, αλλά η κορύφωση μιας βαθιάς θεσμικής παθογένειας που ταλάνιζε τη χώρα από το τέλος του Εμφυλίου. Το πρόβλημα εντοπιζόταν στον δυϊσμό της εξουσίας: από τη μία η λαϊκή κυριαρχία και από την άλλη ένας ανέλεγκτος μηχανισμός με επίκεντρο το Στέμμα και τον Στρατό. Ήδη από το 1958 και το 1963, όπου η προσπάθεια για τη «βαθιά τομή» του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε προσκρούσει στην άρνηση του Παλατιού να απεμπολήσει τον έλεγχο επί του Στρατεύματος, γινόταν εμφανές ότι η κρίση δεν αφορούσε πρόσωπα, αλλά τη δομή του πολιτεύματος.
Μία από τις πιο ανθεκτικές πεποιθήσεις για το πραξικόπημα είναι αυτή της πλήρους αμερικανικής καθοδήγησης. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα, αναδεικνύει μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Το πρωί της 21ης Απριλίου δεν αποτέλεσε θρίαμβο της CIA, αλλά ένα «ρεζιλίκι» και μια παταγώδη επιχειρησιακή αποτυχία. Οι συνταγματάρχες αιφνιδίασαν τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων των Αμερικανών, οι οποίοι είδαν τις μυστικές τους υπηρεσίες να εκτίθενται ανεπανόρθωτα από μια ομάδα κατώτερων αξιωματικών, την κίνηση των οποίων δεν είχαν προβλέψει.
Η συντήρηση του μύθου των «αμερικανοκίνητων τανκς» λειτούργησε ως μια παράδοξη σύγκλιση ετερόκλητων συμφερόντων. Από τη μία, η ελληνική Αριστερά και ο Ανδρέας Παπανδρέου άντλησαν πολιτικό κεφάλαιο από τον αντιαμερικανισμό. Από την άλλη, η ίδια η CIA προτίμησε να αφήσει να αιωρείται η υποψία της δικής της εμπλοκής παρά να παραδεχθεί την ανικανότητά της να προβλέψει ένα κίνημα στην «πίσω αυλή» της. Ήταν ευκολότερο για όλους να πιστεύουν σε μια παντοδύναμη συνωμοσία παρά στην πραγματικότητα ενός αναχρονιστικού, αυτόνομου στρατιωτικού μηχανισμού που έδρασε στο κενό που άφησε η αποτυχία των εγχώριων πολιτικών ελίτ.
Η χούντα υπήρξε τελικά ένας ιστορικός αναχρονισμός που επιχείρησε να επιβάλει ξεπερασμένα πρότυπα σε μια κοινωνία η οποία ήδη οραματιζόταν τη Δύση και τη Δημοκρατία. Η κατάρρευση του 1974, υπό το βάρος της Κυπριακής τραγωδίας, οδήγησε στη Μεταπολίτευση — τη μοναδική περίοδο στην ιστορία μας όπου ο Στρατός τέθηκε υπό πλήρη πολιτικό έλεγχο και το Στέμμα καταργήθηκε οριστικά.
Για τη σύγχρονη ελληνική Δημοκρατία η επέτειος της 21ης Απριλίου λειτουργεί ως μια διαρκής υπενθύμιση ότι η πολιτική ομαλότητα δεν είναι ένα αυτονόητο κεκτημένο, αλλά ένα επίτευγμα που απαιτεί θεσμική εγρήγορση. Η μετάβαση στην πιο σταθερή κοινοβουλευτική περίοδο της νεότερης ιστορίας μας σηματοδοτεί τη μεγάλη νίκη του πολιτικού ορθολογισμού έναντι του αυταρχικού αναχρονισμού. Σήμερα, η μνήμη της δικτατορίας δεν αφορά πλέον μόνο το παρελθόν αλλά την ικανότητα της κοινωνίας των πολιτών να αναγνωρίζει και να αποκρούει κάθε μορφή αντιφιλελεύθερου λαϊκισμού ή προσπάθειας υπονόμευσης των δημοκρατικών εγγυήσεων. Η επιτυχία της Μεταπολίτευσης, παρά τις κρίσεις που μεσολάβησαν, επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα ανήκει οριστικά σε εκείνο το ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου η εξουσία πηγάζει αποκλειστικά από την κάλπη και η εθνική ασφάλεια ταυτίζεται με τη συνταγματική νομιμότητα, αφήνοντας οριστικά πίσω της την εποχή των «σωτήρων» και των συνωμοσιολογικών αφηγημάτων.
*Ο κ. Κούμπουλης είναι ιστορικός και θεολόγος
Εφημερίδα Απογευματινή








