Άρθρο της Δρ. Κ. Ιωάννου στην “Α”: Άλλαξε μορφή η βία: Το έγκλημα έγινε προσωπικό

Αυτό που σήμερα σοκάρει δεν είναι απλώς η συχνότητα των περιστατικών, αλλά η ίδια η φύση τους
12:20 - 23 Απριλίου 2026

Η συζήτηση για την εγκληματικότητα στην Ελλάδα πάσχει συχνά από μια βασική σύγχυση: προσπαθούμε να απαντήσουμε αν «αυξήθηκε η βία», ενώ το πιο ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο: πώς άλλαξε η μορφή της. Γιατί αυτό που σήμερα σοκάρει δεν είναι απλώς η συχνότητα των περιστατικών, αλλά η ίδια η φύση τους.

Πρώτον, έχει αλλάξει ο χώρος της βίας. Η εγκληματικότητα μετακινείται από τον δημόσιο στον ιδιωτικό χώρο. Οι ανθρωποκτονίες δεν συνδέονται κυρίως με το οργανωμένο ή «επαγγελματικό» έγκλημα, αλλά με σχέσεις: συντρόφους, συγγενείς, οικεία πρόσωπα. Οι γυναικοκτονίες αποτελούν την πιο ακραία εκδοχή αυτής της μετατόπισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι παλαιότερα δεν υπήρχαν· σημαίνει ότι σήμερα τις αναγνωρίζουμε ως τέτοιες και τις εντάσσουμε σε ένα πλαίσιο έμφυλης εξουσίας, αντί να τις αντιμετωπίζουμε ως «οικογενειακές τραγωδίες».

Δεύτερον, έχει αλλάξει το κίνητρο και η λειτουργία της βίας. Παρατηρείται μετάβαση από την εργαλειακή βία (για οικονομικό όφελος) σε μια περισσότερο εκφραστική βία: πράξεις που σχετίζονται με θυμό, προσβολή, ανάγκη επιβολής. Στη νεανική παραβατικότητα αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές.

Τρίτον, έχει αλλάξει το μέσο μέσα από το οποίο εκφράζεται και διαχέεται η βία. Η βία σήμερα δεν τελειώνει τη στιγμή που συμβαίνει. Καταγράφεται, ανεβαίνει σε πλατφόρμες, αναπαράγεται. Οι δράστες, ιδιαίτερα οι νεότεροι, δρουν πολλές φορές γνωρίζοντας ότι υπάρχει «κοινό». Η πράξη αποκτά δεύτερη ζωή ως θέαμα. Αυτό δεν είναι μια απλή τεχνολογική λεπτομέρεια· μεταβάλλει τη λογική της ίδιας της βίας, η οποία γίνεται πιο επιδεικτική, πιο σκηνοθετημένη, πιο ακραία. Και ακριβώς αυτή η συνθήκη λειτουργεί κλιμακωτά. Η αναπαραγωγή της βίας δημιουργεί έναν άτυπο ανταγωνισμό έντασης, όπου η επόμενη πράξη οφείλει να είναι πιο σκληρή, πιο εντυπωσιακή, πιο «άξια» κοινοποίησης! Η επιβράβευση μέσα από την προσοχή (views, σχόλια, διάδοση) λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης, ιδίως για τους νεότερους.

Τέταρτον, έχει αλλάξει η ανεκτικότητα της κοινωνίας. Πράξεις που παλαιότερα αποσιωπούνταν -ιδίως μέσα στην οικογένεια- σήμερα καταγγέλλονται περισσότερο. Αυτό εξηγεί γιατί η ενδοοικογενειακή βία εμφανίζεται «εκρηκτικά» αυξημένη. Δεν πρόκειται μόνο για περισσότερη βία, αλλά για λιγότερη σιωπή.

Πέμπτον, έχει αλλάξει το κοινωνικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο παράγεται η βία. Η μεταπανδημική περίοδος, η οικονομική αβεβαιότητα, η διάχυτη ανασφάλεια και η αποδυνάμωση παραδοσιακών μηχανισμών ελέγχου (οικογένεια, σχολείο, κοινότητα) δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η βία δεν λειτουργεί μόνο ως παρέκκλιση, αλλά και ως τρόπος διαχείρισης έντασης. Σε αυτό το κενό, οι ομάδες συνομηλίκων και το ψηφιακό περιβάλλον αναλαμβάνουν ρόλο ρυθμιστή, συχνά με όρους επιβολής και όχι οριοθέτησης. Έτσι, συμπεριφορές που παλαιότερα θα αναχαιτίζονταν έγκαιρα, σήμερα κλιμακώνονται ευκολότερα και εκδηλώνονται εντονότερα.

Άρα, έχει αυξηθεί η βία; Σε ορισμένες κατηγορίες, ναι, αλλά το ουσιώδες είναι ότι έχει μετασχηματιστεί. Έχει γίνει πιο οικεία και, σε κάποιες περιπτώσεις, πιο θεαματοποιημένη. Μοιάζει πιο «κανονική». Η εγκληματολογία οφείλει να μετατοπίσει τη συζήτηση από το «πόσο» στο «πώς». Γιατί μόνο αν κατανοήσουμε τον νέο τρόπο με τον οποίο παράγεται και εκδηλώνεται η βία, μπορούμε να σχεδιάσουμε πολιτικές που δεν θα περιορίζονται στην καταστολή, αλλά θα στοχεύουν στις συνθήκες που τη γεννούν.

*Η δρ Κέλλυ Ιωάννου είναι καθηγήτρια Εγκληματολογίας- πραγματογνώμονας

Εφημερίδα Απογευματινή