Καθησυχαστικό μήνυμα για τον χανταϊός εξέπεμψε ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ Θοδωρής Βασιλακόπουλος, επισημαίνοντας ότι ο κίνδυνος μετάδοσης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένος, ακόμη και υπό τις συνθήκες αυξημένης επιτήρησης που έχουν προκαλέσει τα πρόσφατα περιστατικά σε κρουαζιερόπλοιο στον Ατλαντικό.
Μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» της ΕΡΤ, ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο ιός δεν αποτελεί νέο παθογόνο παράγοντα, αλλά είναι γνωστός εδώ και αιώνες, με σαφώς καταγεγραμμένη επιδημιολογική συμπεριφορά. Όπως εξήγησε, διακρίνονται δύο βασικές κλινικές μορφές, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και γεωγραφική κατανομή.
Η πρώτη μορφή, που εντοπίζεται κυρίως στην Αμερική, σχετίζεται με σοβαρή πνευμονική προσβολή και εμφανίζει υψηλά ποσοστά θνητότητας, καθώς εξελίσσεται σε βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια. Η δεύτερη, που επικρατεί στην Ευρώπη, προκαλεί κυρίως νεφρικές επιπλοκές, με την πλειονότητα των ασθενών να αναρρώνει πλήρως, γεγονός που διαφοροποιεί σημαντικά τη συνολική πρόγνωση.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον τρόπο μετάδοσης, καθώς –όπως διευκρίνισε– ο ιός μεταφέρεται κυρίως μέσω εισπνοής μολυσμένων σωματιδίων που προέρχονται από εκκρίσεις τρωκτικών, όπως ούρα, σάλιο και περιττώματα. Η μετάδοση μεταξύ ανθρώπων χαρακτηρίζεται εξαιρετικά σπάνια έως αμφισβητούμενη, στοιχείο που περιορίζει δραστικά τον κίνδυνο μαζικής διασποράς.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το ECDC παρακολουθούν στενά την εξέλιξη των περιστατικών, επιβεβαιώνοντας ότι η συνολική εκτίμηση κινδύνου παραμένει πολύ χαμηλή. Η επιτήρηση επικεντρώνεται κυρίως στην κατανόηση των επιμέρους περιστατικών και όχι σε ενδείξεις ευρείας επιδημικής εξάπλωσης.
Σε επίπεδο κλινικής εικόνας, ο ιός μπορεί να προκαλέσει δύο σοβαρά σύνδρομα: το σύνδρομο πνευμονικού hantavirus, με αρχικά συμπτώματα όπως πυρετός, κόπωση και μυαλγίες που εξελίσσονται σε σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια, καθώς και τον αιμορραγικό πυρετό με νεφρικό σύνδρομο, ο οποίος συνδέεται με νεφρική δυσλειτουργία, υπόταση και αιμορραγικές εκδηλώσεις.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα περιστατικά εμφανίζουν συγκεκριμένη γεωγραφική κατανομή, με δεκάδες χιλιάδες κρούσματα ετησίως κυρίως σε Ευρώπη και Ασία, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες τα καταγεγραμμένα περιστατικά παραμένουν περιορισμένα διαχρονικά. Ορισμένα στελέχη, όπως ο ιός Seoul, εμφανίζουν ευρύτερη διασπορά, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλουν τη συνολική επιδημιολογική εικόνα.
Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση, δεν υπάρχει ειδική αντιική θεραπεία, με τη διαχείριση να βασίζεται σε υποστηρικτικά μέτρα, όπως οξυγονοθεραπεία, μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και, σε σοβαρές περιπτώσεις, αιμοκάθαρση. Οι ασθενείς με βαριά συμπτώματα απαιτούν νοσηλεία σε μονάδες εντατικής θεραπείας.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η πρόληψη εστιάζει κυρίως στην αποφυγή επαφής με τρωκτικά και μολυσμένα περιβάλλοντα, με μέτρα όπως η απολύμανση χώρων, η χρήση προστατευτικού εξοπλισμού κατά τον καθαρισμό και η αποτροπή εισόδου τρωκτικών σε κατοικίες και αποθηκευτικούς χώρους.










