Άρθρο του Μητροπολίτη Σιγκαπούρης στην «Α»: Εβδομήντα χρόνια Eurovision

Ποιο είναι το μέλλον ενός τέτοιου διαγωνισμού; Μπορεί να ξαναβρεί την ουσία του ή έχει εγκλωβιστεί οριστικά στη λογική του θεάματος;
12:37 - 15 Μαΐου 2026
Μητροπολίτης Σιγκαπούρης:

Του μητροπολίτη Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας, Κωνσταντίνου

Η Eurovision κλείνει φέτος εβδομήντα χρόνια παρουσίας. Ξεκίνησε σε μια διαφορετική Ευρώπη, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο, με στόχο να ενώσει τους λαούς μέσα από τη μουσική και να προβάλλει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές ταυτότητες κάθε χώρας. Ήταν ένας θεσμός που φιλοδοξούσε να φέρει κοντά διαφορετικές γλώσσες, ήχους και παραδόσεις. Σήμερα, όμως, δύσκολα μπορεί κανείς να πει ότι αυτό παραμένει ο βασικός χαρακτήρας του διαγωνισμού.

Η μουσική μοιάζει να έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο. Οι μεγάλες ορχήστρες ανήκουν στο παρελθόν, οι περισσότερες εμφανίσεις βασίζονται σε προηχογραφημένα στοιχεία και η σκηνική εικόνα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το τραγούδι. Τα φώτα, τα εφέ και οι εντυπωσιακές χορογραφίες κυριαρχούν σε τέτοιον βαθμό, ώστε πολλές φορές λίγοι θυμούνται τη μελωδία λίγες ημέρες μετά τον τελικό. Περισσότερο θέαμα, περισσότερη πρόκληση, περισσότερος θόρυβος. Αλλά ο θόρυβος δεν είναι πάντα περιεχόμενο.

Παράλληλα, ο θεσμός απέτυχε να μείνει έξω από τις πολιτικές συγκρούσεις, παρότι αυτό ήταν διαχρονικά μία από τις βασικές του διακηρύξεις. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες, οι συμμαχίες στις ψηφοφορίες και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο το αποτέλεσμα και το κλίμα της διοργάνωσης. Η φετινή χρονιά το απέδειξε με τον πιο έντονο τρόπο. Η συμμετοχή του Ισραήλ προκάλεσε αντιδράσεις και οδήγησε αρκετές χώρες και κοινό να εκφράσουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους. Πολλοί συνέδεσαν τη στάση της διοργάνωσης με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και τον βασικό χορηγό του διαγωνισμού, γεγονός που άνοιξε ξανά τη συζήτηση για το κατά πόσο η Eurovision μπορεί πράγματι να παραμένει «ουδέτερη».

Ταυτόχρονα, η πολιτιστική διαφορετικότητα, που κάποτε αποτελούσε το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του θεσμού, φαίνεται να περιορίζεται. Οι περισσότερες συμμετοχές ακολουθούν πλέον ένα σχεδόν κοινό μουσικό πρότυπο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της τηλεθέασης και της παγκόσμιας ποπ βιομηχανίας. Οι τοπικές μουσικές παραδόσεις, οι ιδιαίτεροι ήχοι και οι εθνικές ταυτότητες εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια.

Και όμως, εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να το παρακολουθούν κάθε χρόνο. Ίσως όχι επειδή αναζητούν σπουδαία μουσική, αλλά διότι η Eurovision έχει μετατραπεί σε ένα συλλογικό τηλεοπτικό έθιμο. Μαζευόμαστε με φίλους, σχολιάζουμε εμφανίσεις, γελάμε, τρώμε πίτσες και πίνουμε μπίρες, περισσότερο για την εμπειρία παρά για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Το ερώτημα, όμως, παραμένει: Ποιο είναι το μέλλον ενός τέτοιου διαγωνισμού; Μπορεί να ξαναβρεί την ουσία του ή έχει εγκλωβιστεί οριστικά στη λογική του θεάματος; Ίσως η Eurovision να βρίσκεται σήμερα στην «τρίτη ηλικία» της. Ένας θεσμός κουρασμένος, που προσπαθεί να παραμείνει επίκαιρος μέσα από όλο και μεγαλύτερη υπερβολή. Αφού όταν σβήσουν τα φώτα και τελειώσει η μετάδοση, μένει συχνά η αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε περισσότερο μια λαμπερή εικόνα παρά μια αληθινή μουσική γιορτή.

Εφημερίδα Απογευματινή