Μελετώντας τις επιδόσεις των υποψηφίων και τις επιλογές τους, η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις κενές θέσεις που δημιουργήθηκαν στα πανεπιστημιακά τμήματα. Αυτό, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά του προβλήματος. Υπάρχει ακόμη μία κρίσιμη παράμετρος, την οποία τα ίδια τα πανεπιστήμια και το υπουργείο Παιδείας οφείλουν επιτέλους να εξετάσουν σοβαρά: η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη βαθμολογία του πρώτου και του τελευταίου εισαχθέντος. Στα περισσότερα τμήματα Φυσικής η διαφορά αυτή φτάνει ακόμη και τις έξι μονάδες. Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε πίσω από ευφημισμούς: οι φοιτητές που εισάγονται με βαθμολογίες στην περιοχή του 17-19 και εκείνοι που εισάγονται στην περιοχή του 13-15 δεν ξεκινούν τις σπουδές τους από το ίδιο γνωστικό επίπεδο. Πρόκειται για φοιτητικούς πληθυσμούς με πολύ διαφορετική προετοιμασία, διαφορετικά κενά και διαφορετικές ανάγκες υποστήριξης.
Αντίθετα, στα περισσότερα τμήματα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών η αντίστοιχη απόσταση είναι περίπου δύο μονάδες. Η μεγαλύτερη αυτή ομοιογένεια διευκολύνει προφανώς την εκπαιδευτική λειτουργία και επιτρέπει στο τμήμα να διατηρεί υψηλότερο και πιο σταθερό επίπεδο διδασκαλίας.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες θέσεις έμειναν κενές. Είναι και τι συμβαίνει με όσους τελικά εισάγονται. Πώς μπορεί ένα τμήμα να διδάξει αποτελεσματικά όταν καλείται να απευθυνθεί ταυτόχρονα σε φοιτητές με τόσο μεγάλες διαφορές στην προετοιμασία τους; Και πόσο ακόμη θα θεωρούμε φυσιολογικό να εγκαταλείπονται οι πιο αδύναμοι φοιτητές στην τύχη τους μέχρι να συσσωρεύσουν αποτυχίες, καθυστερήσεις και απογοήτευση;
Η δημιουργία ενός πραγματικού παρατηρητηρίου φοιτητικών επιδόσεων και η καθιέρωση υποχρεωτικού συμβούλου σπουδών δεν είναι πολυτέλεια ούτε γραφειοκρατική προσθήκη. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση κάθε σοβαρού πανεπιστημιακού τμήματος. Ένα τμήμα που δεν παρακολουθεί συστηματικά την πορεία των φοιτητών του και δεν παρεμβαίνει έγκαιρα όταν εμφανίζονται προβλήματα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την εκπαίδευσή τους.
Το κύρος ενός τμήματος δεν οικοδομείται μόνο με δημοσιεύσεις, συνέδρια και ερευνητικά προγράμματα. Οικοδομείται και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους φοιτητές που το επέλεξαν. Και σε αυτό το πεδίο πολλά τμήματα έχουν ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουν.
Ο κ. Βλάχος είναι αφυπηρετήσας καθηγητής Αστροφυσικής στο Τμήμα Φυσικής ΑΠΘ
Εφημερίδα Απογευματινή










